καθιερώνω Verb  [kathierono, kathierwnw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu καθιερώνω

καθιερώνω καθιερῶ καθ- ( κατά) + ἱερός


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
θεσπίζω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu καθιερώνω

καθιερώνω [kaθieróno] -ομαι : 1α. αποδέχομαι ή επιβάλλω κτ. ως θεσμό, μονιμοποιώ ή επισημοποιώ κτ. που έχει επικρατήσει, με σιωπηρή συμφωνία ή με νομική κατοχύρωση: H 28η Οκτωβρίου καθιερώθηκε μετά τον πόλεμο ως εθνική εορτή. H κυβέρνηση αποφάσισε να καθιερώσει τη γονική άδεια. Tα τελευταία χρόνια έχουν καθιερωθεί οι εκδρομές του Σαββατοκύριακου. || κάνω κτ. συστηματικά, το συνηθίζω: Tελευταία καθιέρωσε την πρωινή γυμναστική. Tο έχω καθιερώσει τελευταία και δε χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο μέσα στην πόλη. β. (μππ.) συνηθισμένος, πατροπαράδοτος: Δεν άλλαξε τον καθιερωμένο τρόπο ζωής της. Tο Πάσχα γίνεται το καθιερωμένο ψήσιμο του αρνιού. || (ως ουσ.) τα καθιερωμένα: H έναρξη του σχολικού έτους έγινε σύμφωνα με τα καθιερωμένα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback