εφαρμόζω  Verb  [efarmozo, efarmozw]

Ähnliche Bedeutung wie εφαρμόζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εφαρμόζω

... συστημάτων στην ηπειρωτική Δυτική Ευρώπη. Ο ρωμαϊκός νόμος συνέχισε να εφαρμόζεται, με την ευρύτερη έννοια, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι το ...

... περιγράφει προδιαγραφές ή ορίζει κατευθυντήριες γραμμές. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται σε όλα τα επίπεδα αγώνων, αν και επιτρέπονται ορισμένες τροποποιήσεις ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze übernehmen

... Die Russen übernehmen die französischen Gepflogenheiten, aber immer erst fünfzig Jahre später. ...

... Es ist wichtig, zu wissen, wer was übernehmen wird. ...

... Ich werde einmal das Geschäft meines Vaters übernehmen müssen. ...

Quelle: virgil, al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΦΑΡΜΟΖΩ
I apply
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εφαρμόζωεφαρμόζουμε, εφαρμόζομεεφαρμόζομαιεφαρμοζόμαστε
εφαρμόζειςεφαρμόζετεεφαρμόζεσαιεφαρμόζεστε, εφαρμοζόσαστε
εφαρμόζειεφαρμόζουν(ε)εφαρμόζεταιεφαρμόζονται
Imper
fekt
εφάρμοζαεφαρμόζαμεεφαρμοζόμουν(α)εφαρμοζόμαστε, εφαρμοζόμασταν
εφάρμοζεςεφαρμόζατεεφαρμοζόσουν(α)εφαρμοζόσαστε, εφαρμοζόσασταν
εφάρμοζεεφάρμοζαν, εφαρμόζαν(ε)εφαρμοζόταν(ε)εφαρμόζονταν, εφαρμοζόντανε, εφαρμοζόντουσαν
Aoristεφάρμοσαεφαρμόσαμεεφαρμόστηκαεφαρμοστήκαμε
εφάρμοσεςεφαρμόσατεεφαρμόστηκεςεφαρμοστήκατε
εφάρμοσεεφάρμοσαν, εφαρμόσαν(ε)εφαρμόστηκεεφαρμόστηκαν, εφαρμοστήκανε
Per
fect
έχω εφαρμόσει
έχω εφαρμοσμένο
έχουμε εφαρμόσει
έχουμε εφαρμοσμένο
έχω εφαρμοστεί
είμαι εφαρμοσμένος, -η
έχουμε εφαρμοστεί
είμαστε εφαρμοσμένοι, -ες
έχεις εφαρμόσει
έχεις εφαρμοσμένο
έχετε εφαρμόσει
έχετε εφαρμοσμένο
έχεις εφαρμοστεί
είσαι εφαρμοσμένος, -η
έχετε εφαρμοστεί
είστε εφαρμοσμένοι, -ες
έχει εφαρμόσει
έχει εφαρμοσμένο
έχουν εφαρμόσει
έχουν εφαρμοσμένο
έχει εφαρμοστεί
είναι εφαρμοσμένος, -η, -ο
έχουν εφαρμοστεί
είναι εφαρμοσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εφαρμόσει
είχα εφαρμοσμένο
είχαμε εφαρμόσει
είχαμε εφαρμοσμένο
είχα εφαρμοστεί
ήμουν εφαρμοσμένος, -η
είχαμε εφαρμοστεί
ήμαστε εφαρμοσμένοι, -ες
είχες εφαρμόσει
είχες εφαρμοσμένο
είχατε εφαρμόσει
είχατε εφαρμοσμένο
είχες εφαρμοστεί
ήσουν εφαρμοσμένος, -η
είχατε εφαρμοστεί
ήσαστε εφαρμοσμένοι, -ες
είχε εφαρμόσει
είχε εφαρμοσμένο
είχαν εφαρμόσει
είχαν εφαρμοσμένο
είχε εφαρμοστεί
ήταν εφαρμοσμένος, -η, -ο
είχαν εφαρμοστεί
ήταν εφαρμοσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εφαρμόζωθα εφαρμόζουμε, θα εφαρμόζομεθα εφαρμόζομαιθα εφαρμοζόμαστε
θα εφαρμόζειςθα εφαρμόζετεθα εφαρμόζεσαιθα εφαρμόζεστε, θα εφαρμοζόσαστε
θα εφαρμόζειθα εφαρμόζουν(ε)θα εφαρμόζεταιθα εφαρμόζονται
Fut
ur
θα εφαρμόσωθα εφαρμόσουμε, θα εφαρμόσομεθα εφαρμοστώθα εφαρμοστούμε
θα εφαρμόσειςθα εφαρμόσετεθα εφαρμοστείςθα εφαρμοστείτε
θα εφαρμόσειθα εφαρμόσουν(ε)θα εφαρμοστείθα εφαρμοστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εφαρμόσει
θα έχω εφαρμοσμένο
θα έχουμε εφαρμόσει
θα έχουμε εφαρμοσμένο
θα έχω εφαρμοστεί
θα είμαι εφαρμοσμένος, -η
θα έχουμε εφαρμοστεί
θα είμαστε εφαρμοσμένοι, -ες
θα έχεις εφαρμόσει
θα έχεις εφαρμοσμένο
θα έχετε εφαρμόσει
θα έχετε εφαρμοσμένο
θα έχεις εφαρμοστεί
θα είσαι εφαρμοσμένος, -η
θα έχετε εφαρμοστεί
θα είστε εφαρμοσμένοι, -ες
θα έχει εφαρμόσει
θα έχει εφαρμοσμένο
θα έχουν εφαρμόσει
θα έχουν εφαρμοσμένο
θα έχει εφαρμοστεί
θα είναι εφαρμοσμένος, -η, -ο
θα έχουν εφαρμοστεί
θα είναι εφαρμοσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εφαρμόζωνα εφαρμόζουμε, να εφαρμόζομενα εφαρμόζομαινα εφαρμοζόμαστε
να εφαρμόζειςνα εφαρμόζετενα εφαρμόζεσαινα εφαρμόζεστε, να εφαρμοζόσαστε
να εφαρμόζεινα εφαρμόζουν(ε)να εφαρμόζεταινα εφαρμόζονται
Aoristνα εφαρμόσωνα εφαρμόσουμε, να εφαρμόσομενα εφαρμοστώνα εφαρμοστούμε
να εφαρμόσειςνα εφαρμόσετενα εφαρμοστείςνα εφαρμοστείτε
να εφαρμόσεινα εφαρμόσουννα εφαρμοστείνα εφαρμοστούν(ε)
Perfνα έχω εφαρμόσει
να έχω εφαρμοσμένο
να έχουμε εφαρμόσει
να έχουμε εφαρμοσμένο
να έχω εφαρμοστεί
να είμαι εφαρμοσμένος, -η
να έχουμε εφαρμοστεί
να είμαστε εφαρμοσμένοι, -ες
να έχεις εφαρμόσει
να έχεις εφαρμοσμένο
να έχετε εφαρμόσει
να έχετε εφαρμοσμένο
να έχεις εφαρμοστεί
να είσαι εφαρμοσμένος, -η
να έχετε εφαρμοστεί
να είστε εφαρμοσμένοι, -ες
να έχει εφαρμόσει
να έχει εφαρμοσμένο
να έχουν εφαρμόσει
να έχουν εφαρμοσμένο
να έχει εφαρμοστεί
να είναι εφαρμοσμένος, -η, -ο
να έχουν εφαρμοστεί
να είναι εφαρμοσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεφάρμοζεεφαρμόζετεεφαρμόζεστε
Aoristεφάρμοσεεφαρμόστεεφαρμόσουεφαρμοστείτε
Part
izip
Presεφαρμόζονταςεφαρμοζόμενος
Perfέχοντας εφαρμόσει, έχοντας εφαρμοσμένοεφαρμοσμένος, -η, -οεφαρμοσμένοι, -ες, -α
InfinAoristεφαρμόσειεφαρμοστεί








Griechische Definition zu εφαρμόζω

εφαρμόζω [efarmózo] -εται : 1α.τοποθετώ ένα τμήμα μιας κατασκευής επάνω ή μέσα σε ένα άλλο (σε εγκοπή) και σε απόλυτη επαφή με αυτό, έτσι ώστε να συναρμολογηθεί και να λειτουργήσει ως ένα σύνολο: εφαρμόζω τα πλαίσια των παραθύρων στο αμάξωμα του αυτοκινήτου. Οι σανίδες έχουν εφαρμοστεί καλά και δεν αφήνουν κενά. || κτ. εφαρμόζει, είναι σωστά τοποθετημένο ή είναι το κατάλληλο, αυτό που ταιριάζει: Οι πόρτες εφαρμόζουν καλά στα κουφώματα. Στο πλακόστρωτο οι πέτρες πρέπει να εφαρμόζουν απόλυτα. Tο καπάκι εφαρμόζει στο δοχείο. Tο κλειδί δεν εφαρμόζει, δεν ταιριάζει στην κλειδαριά. β1. για ενδύματα, παπούτσια κτλ. που στέκουν καλά επάνω στο σώμα: Δεν εφαρμόζει καλά το μανίκι, τραβάει στους ώμους. Tο παντελόνι σού εφαρμόζει ωραία. Aυτά τα παπούτσια εφαρμόζουν στο πόδι μου, τα άλλα ξεχειλώνουν. || Δεν κατάφερα να εφαρμόσω το κάλυμμα στην πολυθρόνα. β2. για ρούχο που εφάπτεται εντελώς στο σώμα, που είναι εφαρμοστό: Tο παντελόνι εφαρμόζει πολύ, η ζακέτα όμως είναι φαρδιά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εφαρμόζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15