anstehen
 Verb

περιμένω Verb
(6)
στέκομαι Verb
(1)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιμένωπεριμένουμε, περιμένομε
περιμένειςπεριμένετε
περιμένειπεριμένουν(ε)
Imper
fekt
περίμεναπεριμέναμε
περίμενεςπεριμένατε
περίμενεπερίμεναν, περιμέναν(ε)
../iordanidou4500/iordanidou_notes#perimeno">Aorist*περίμειναπεριμείναμε
περίμεινεςπεριμείνατε
περίμεινεπερίμειναν, περιμείναν(ε)
Per
fekt
έχω περιμείνειέχουμε περιμείνει
έχεις περιμείνειέχετε περιμείνει
έχει περιμείνειέχουν περιμείνει
Plu
per
fekt
είχα περιμείνειείχαμε περιμείνει
είχες περιμείνειείχατε περιμείνει
είχε περιμείνειείχαν περιμείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιμένωθα περιμένουμε, θα περιμένομε
θα περιμένειςθα περιμένετε
θα περιμένειθα περιμένουν(ε)
Fut
ur
θα περιμείνωθα περιμείνουμε, θα περιμείνομε
θα περιμείνειςθα περιμείνετε
θα περιμείνειθα περιμείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιμείνειθα έχουμε περιμείνει
θα έχεις περιμείνειθα έχετε περιμείνει
θα έχει περιμείνειθα έχουν περιμείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιμένωνα περιμένουμε, να περιμένομε
να περιμένειςνα περιμένετε
να περιμένεινα περιμένουν(ε)
Aoristνα περιμείνωνα περιμείνουμε, να περιμείνομε
να περιμείνειςνα περιμείνετε
να περιμείνεινα περιμείνουν(ε)
Perfνα έχω περιμείνεινα έχουμε περιμείνει
να έχεις περιμείνεινα έχετε περιμείνει
να έχει περιμείνεινα έχουν περιμείνει
Imper
ativ
Presπερίμενεπεριμένετε
Aoristπερίμεινεπεριμείνετε
Part
izip
Presπεριμένοντας
Perfέχοντας περιμείνει
InfinAoristπεριμείνει



Aktiv Medio-Passiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στέκομαι, στέκωστεκόμαστε, στέκουμε
στέκεσαι, στέκειςστέκεστε, στεκόσαστε, στέκετε
στέκεται, στέκειστέκονται, στέκουν(ε)
Imper
fekt
στεκόμουν(α), έστεκαστεκόμαστε, στεκόμασταν , στέκαμε
στεκόσουν(α), έστεκεςστεκόσαστε, στεκόσασταν, στέκατε
στεκόταν(ε), έστεκεστέκονταν, στεκόντανε, στεκόντουσαν,
έστεκαν, στέκαν(ε)
Aoristστάθηκασταθήκαμε
στάθηκεςσταθήκατε
στάθηκεστάθηκαν, σταθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σταθείέχουμε σταθεί
έχεις σταθείέχετε σταθεί
έχει σταθείέχουν σταθεί
Plu
per
fekt
είχα σταθείείχαμε σταθεί
είχες σταθείείχατε σταθεί
είχε σταθείείχαν σταθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στέκομαι, θα στέκωθα στεκόμαστε, θα στέκουμε
θα στέκεσαι, θα στέκειςθα στέκεστε, θα στεκόσαστε, θα στέκετε
θα στέκεται, θα στέκειθα στέκονται, θα στέκουν(ε)
Fut
ur
θα σταθώθα σταθούμε
θα σταθείςθα σταθείτε
θα σταθείθα σταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σταθείθα έχουμε σταθεί
θα έχεις σταθείθα έχετε σταθεί
θα έχει σταθείθα έχουν σταθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στέκομαι, να στέκωνα στεκόμαστε, να στέκουμε
να στέκεσαι, να στέκειςνα στέκεστε, να στεκόσαστε, να στέκετε
να στέκεται, να στέκεινα στέκονται, να στέκουν(ε)
Aoristνα σταθώνα σταθούμε
να σταθείςνα σταθείτε
να σταθείνα σταθούν(ε)
Perfνα έχω σταθείνα έχουμε σταθεί
να έχεις σταθείνα έχετε σταθεί
να έχει σταθείνα έχουν σταθεί
Imper
ativ
Presστέκεστε, στέκετε
Aoristστάσου, στέκασταθείτε, στεκάτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristσταθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback