στέκομαι  Verb  [stekome, stekomai]


Beispielsätze στέκομαι

... στην κορυφή του υψώματος πάνω στο οποίο είναι κτισμένο το σύγχρονο χωριό στέκει ακόμη ο Ενετικός πύργος (Γουλάς), το παλιό δηλαδή καστέλο. Έγινε παγκοσμίως ...

... Ο Δωρόθεος Στέκας (1913 - 14 Αυγούστου 2001) ήταν μητροπολίτης Σύρου, Τήνου και Μυκόνου και Δυτικών Κυκλάδων. Γεννήθηκε στη Μύκονο το 1913. Μετά τις εγκύκλιες ...

... Hiduplah Indonesia Raya! Ινδονησία πατρίδα μου, το χώμα που χύνω το αίμα μου Στέκομαι εδώ, σαν στατιώτης της μητέρας πατρίδας μου Ινδονησία η εθνικότητά μου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stehen

... Wirst du dort den ganzen Tag stehen bleiben? ...

... Welche Zahlungsarten stehen zur Verfügung? ...

... Der Zug war so voll, dass ich die ganze Fahrt über stehen musste. ...

Quelle: MUIRIEL, lilygilder, Wolf

Grammatik


ΣΤΕΚΟΜΑΙ
ksekinao">I stand still
Aktiv Medio-Passiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στέκομαι, στέκωστεκόμαστε, στέκουμε
στέκεσαι, στέκειςστέκεστε, στεκόσαστε, στέκετε
στέκεται, στέκειστέκονται, στέκουν(ε)
Imper
fekt
στεκόμουν(α), έστεκαστεκόμαστε, στεκόμασταν , στέκαμε
στεκόσουν(α), έστεκεςστεκόσαστε, στεκόσασταν, στέκατε
στεκόταν(ε), έστεκεστέκονταν, στεκόντανε, στεκόντουσαν,
έστεκαν, στέκαν(ε)
Aoristστάθηκασταθήκαμε
στάθηκεςσταθήκατε
στάθηκεστάθηκαν, σταθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σταθείέχουμε σταθεί
έχεις σταθείέχετε σταθεί
έχει σταθείέχουν σταθεί
Plu
per
fect
είχα σταθείείχαμε σταθεί
είχες σταθείείχατε σταθεί
είχε σταθείείχαν σταθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στέκομαι, θα στέκωθα στεκόμαστε, θα στέκουμε
θα στέκεσαι, θα στέκειςθα στέκεστε, θα στεκόσαστε, θα στέκετε
θα στέκεται, θα στέκειθα στέκονται, θα στέκουν(ε)
Fut
ur
θα σταθώθα σταθούμε
θα σταθείςθα σταθείτε
θα σταθείθα σταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σταθείθα έχουμε σταθεί
θα έχεις σταθείθα έχετε σταθεί
θα έχει σταθείθα έχουν σταθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στέκομαι, να στέκωνα στεκόμαστε, να στέκουμε
να στέκεσαι, να στέκειςνα στέκεστε, να στεκόσαστε, να στέκετε
να στέκεται, να στέκεινα στέκονται, να στέκουν(ε)
Aoristνα σταθώνα σταθούμε
να σταθείςνα σταθείτε
να σταθείνα σταθούν(ε)
Perfνα έχω σταθείνα έχουμε σταθεί
να έχεις σταθείνα έχετε σταθεί
να έχει σταθείνα έχουν σταθεί
Imper
ativ
Presστέκεστε, στέκετε
Aoristστάσου, στέκασταθείτε, στεκάτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristσταθεί






Griechische Definition zu στέκομαι

στέκομαι [stékome] Ρ αόρ. στάθηκα, απαρέμφ. σταθεί, μπε. στεκούμενος* και (λαϊκότρ.) στεκάμενος* : 1. παύω να κινούμαι, να βαδίζω· σταματώ: Mη στέκεσαι στη μέση του δρόμου. Στέκονται και την κοιτάνε όλοι όταν περνάει. ΦΡ στέκεται ο νους μου, τα χάνω, δεν μπορώ να σκεφτώ. όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, παντού και πάντοτε: Όπου βρεθώ κι όπου σταθώ αυτές τις μέρες σκέφτομαι πόση δουλειά έχω. μου στέκεται, για γυναίκα που δέχεται τις ερωτικές μου προτάσεις. στέκεται με τα χέρια σταυρωμένα*. κτ. μου στέκεται στο λαιμό, δεν μπορώ να το καταπιώ: Mου στάθηκε ένα κόκαλο στο λαιμό. κάποιος μου στέκεται στο λαιμό, δεν τον συμπαθώ. || (στην προστ.) περίμενε ή άκου: Στάσου να σου πω. α. κάνω στάση: Σταθήκαμε λίγο για να ξεκουραστούμε. Tο τρένο δε στέκεται σ΄ αυτό το σταθμό. β. μένω, παραμένω κάπου: Γυρίζοντας από το Λονδίνο θα σταθώ λίγες μέρες στο Παρίσι. γ. εξακολουθώ να ασχολούμαι με κτ: Nα σταθούμε ακόμα λίγο σ΄ αυτό το θέμα. δ. δεν κάνω τίποτε, μένω αδρανής: Tι στέκεσαι; απάντησέ μας / κάνε κτ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στέκομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15