επιτρέπω  Verb  [epitrepo, epitrepw]

Ähnliche Bedeutung wie επιτρέπω


Beispielsätze επιτρέπω

... λιγότερο 1,5 μέτρα, χωρίς αιχμηρή κορυφή, με σημαία. Κοντάρια με σημαία επιτρέπεται να τοποθετηθούν επίσης σε κάθε άκρο της διχοτόμου γραμμής σε απόσταση ...

... κοντομάνικη φανέλα, παντελονάκι, κάλτσες, υποδήματα και επικαλαμίδες. Επίσης, επιτρέπεται οι τερματοφύλακες να φοράνε μακριές φόρμες αντί για κοντά παντελονάκια ...

... θερμότητα του ωκεανού μεταφέρεται μέσω του επιπλέοντος πάγου και δεν επιτρέπει στην θερμοκρασία των αρκτικών περιοχών να φτάσει στις ακραίες τιμές που ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aktivieren

... Nicht zuletzt der Sport beweist eindrucksvoll, dass die Menschen über riesige körperliche und geistige Reserven verfügen, die sie aktivieren können, wenn sie es wirklich wollen. ...

... Selbstheilung (Spontanheilung) aktivieren sollen. Dazu bedienen sich diese Verfahren bevorzugt der in der Natur vorkommenden Mittel oder Reize. Dazu gehören ...

... und die Netzmaske zu setzen, die Schnittstelle zu aktivieren oder zu deaktivieren. Während des Boot-Vorgangs benutzen viele Unix-Systeme Shell-Skripte ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΕΠΙΤΡΕΠΩ
I permit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επιτρέπωεπιτρέπουμε, επιτρέπομεepitrepomai">επιτρέπομαιεπιτρεπόμαστε
επιτρέπειςεπιτρέπετεεπιτρέπεσαιεπιτρέπεστε, επιτρεπόσαστε
επιτρέπειεπιτρέπουν(ε)επιτρέπεταιεπιτρέπονται
Imper
fekt
επέτρεπαεπιτρέπαμεεπιτρεπόμουν(α)επιτρεπόμαστε, επιτρεπόμασταν
επέτρεπεςεπιτρέπατεεπιτρεπόσουν(α)επιτρεπόσαστε, επιτρεπόσασταν
επέτρεπεεπέτρεπαν, επιτρέπαν(ε)επιτρεπόταν(ε)επιτρέπονταν, επιτρεπόντανε, επιτρεπόντουσαν
Aoristεπέτρεψαεπιτρέψαμεεπιτράπηκαεπιτραπήκαμε
επέτρεψεςεπιτρέψατεεπιτράπηκεςεπιτραπήκατε
επέτρεψεεπέτρεψαν, επιτρέψαν(ε)επιτράπηκεεεπιτράπηκαν, επιτραπήκαν(ε)
Per
fect
έχω επιτρέψειέχουμε επιτρέψειέχω επιτραπείέχουμε επιτραπεί
έχεις επιτρέψειέχετε επιτρέψειέχεις επιτραπείέχετε επιτραπεί
έχει επιτρέψειέχουν επιτρέψειέχει επιτραπείέχουν επιτραπεί
Plu
per
fect
είχα επιτρέψειείχαμε επιτρέψειείχα επιτραπείείχαμε επιτραπεί
είχες επιτρέψειείχατε επιτρέψειείχες επιτραπείείχατε επιτραπεί
είχε επιτρέψειείχαν επιτρέψειείχε επιτραπείείχαν επιτραπεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επιτρέπωθα επιτρέπουμε, θα επιτρέπομεθα επιτρέπομαιθα επιτρεπόμαστε
θα επιτρέπειςθα επιτρέπετεθα επιτρέπεσαιθα επιτρέπεστε, θα επιτρεπόσαστε
θα επιτρέπειθα επιτρέπουν(ε)θα επιτρέπεταιθα επιτρέπονται
Fut
ur
θα επιτρέψωθα επιτρέψουμε, θα επιτρέψομεθα επιτραπώθα επιτραπούμε
θα επιτρέψειςθα επιτρέψετεθα επιτραπείςθα επιτραπείτε
θα επιτρέψειθα επιτρέψουν(ε)θα επιτραπείθα επιτραπούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιτρέψειθα έχουμε επιτρέψειθα έχω επιτραπείθα έχουμε επιτραπεί
θα έχεις επιτρέψειθα έχετε επιτρέψειθα έχεις επιτραπείθα έχετε επιτραπεί
θα έχει επιτρέψειθα έχουν επιτρέψειθα έχει επιτραπείθα έχουν επιτραπεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επιτρέπωνα επιτρέπουμε, να επιτρέπομενα επιτρέπομαινα επιτρεπόμαστε
να επιτρέπειςνα επιτρέπετενα επιτρέπεσαινα επιτρέπεστε, να επιτρεπόσαστε
να επιτρέπεινα επιτρέπουν(ε)να επιτρέπεταινα επιτρέπονται
Aoristνα επιτρέψωνα επιτρέψουμε, να επιτρέψομενα επιτραπώνα επιτραπούμε
να επιτρέψειςνα επιτρέψετενα επιτραπείςνα επιτραπείτε
να επιτρέψεινα επιτρέψουν(ε)να επιτραπείνα επιτραπούν(ε)
Perfνα έχω επιτρέψεινα έχουμε επιτρέψεινα έχω επιτραπείνα έχουμε επιτραπεί
να έχεις επιτρέψεινα έχετε επιτρέψεινα έχεις επιτραπείνα έχετε επιτραπεί
να έχει επιτρέψεινα έχουν επιτρέψεινα έχει επιτραπείνα έχουν επιτραπεί
Imper
ativ
Presεπίτρεπεεπιτρέπετεεπιτρέπεστε
Aoristεπίτρεψεεπιτρέψτε, επιτρέψετεεπιτραπείτε
Part
izip
Presεπιτρέποντας
Perfέχοντας επιτρέψει
InfinAoristεπιτρέψειεπιτραπεί










Griechische Definition zu επιτρέπω

επιτρέπω [epitrépo] -εται Ρ αόρ. επέτρεψα, απαρέμφ. επιτρέψει, παθ. αόρ. επιτράπηκε, απαρέμφ. επιτραπεί : δίνω σε κπ. την άδεια, τη δυνατότητα να κάνει ή να πει κτ. ANT απαγορεύω: Aφεντικό, μου επιτρέπεις να απουσιάσω αύριο από τη δουλειά; Aυτή η εργασία θα μου επιτρέψει να συνεχίσω τις σπουδές μου. H επιτρεπόμενη ταχύτητα. || αφήνω κτ. να γίνει, να υπάρχει: Ποτέ δε θα επιτρέψω αυτό το γάμο. Δεν επιτρέπω διακοπές. Ο μουσουλμανικός νόμος επιτρέπει την πολυγαμία. H εκδρομή θα γίνει, αν το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες. || επιτρέπω κτ. στον εαυτό μου, αφήνω τον εαυτό μου να κάνει κτ.: Δεν μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου αυτό το λάθος / αυτή την πολυτέλεια. Δε μου επιτρέπεται να εκφραστώ μ΄ αυτό τον αγενή τρόπο. (λόγ. έκφρ.) Θεού θέλοντος* και καιρού επιτρέποντος. (ως έκφραση ευγένειας): Επιτρέψτε μου να αυτοσυστηθώ / να διαφωνήσω μαζί σας. Επιτρέψετέ μου να σας επισημάνω τη σπουδαιότητα του θέματος. || (παθ., στο γ' πρόσ.) υπάρχει ή δίνεται η σχετική άδεια ή δυνατότητα: Δεν επιτρέπεται η είσοδος / να μιλάμε την ώρα του μαθήματος. Xώρος όπου επιτρέπεται το κάπνισμα. Mη νομίζεις ότι στη δημοκρατία όλα επιτρέπονται. Zητούν να τους επιτραπεί να μεταναστεύσουν. Επιτρέπεται; - Παρακαλώ!, όταν ζητάμε την άδεια για κτ.

[λόγ. < αρχ. ἐπιτρέπω `εμπιστεύομαι, παραδίνω, παρέχω το δικαίωμα΄ & σημδ. γαλλ. permettre]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επιτρέπω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15