επιτίθεμαι  Verb  [epititheme, epitithemai]

Ähnliche Bedeutung wie επιτίθεμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze επιτίθεμαι

... εμπειρία ως εξής: ...Με το πρώτο ύψος ένας γερμανός εμπρός μου, του επιτίθεμαι και σε λίγο τον βλέπω να πέφτη. Αν και ήμουν βέβαιος με τον τρόπο που ...

... αποκλίνουν από την πρότυπη γλώσσα, π.χ.: "αρεοπλάνο", "επιτίθομαι" αντί "επιτίθεμαι" και διαφέρει από το "σολοικισμό" που αφορά αποκλίσεις στη σύνταξη, π ...

... πρότυπη γλώσσα. Παράδειγμα βαρβαρισμού: «αρεοπλάνο», «επιτίθομαι» αντί «επιτίθεμαι». «Ιστέον<sup<[1] διαφέρει το βαρβαρίζειν του σολοικίζειν, καθό το μεν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zustoßen

... Niemand weiß, was einem morgen zustoßen wird. ...

... Im diesem Augenblick verspürte ich den starken Wunsch, vor der Gefahr wegzulaufen, mich davon zu stehlen; denn ich war mir sicher, dass uns etwas Schlimmes zustoßen würde. ...

... Liebe ist das charmanteste Unglück, das uns zustoßen kann. ...

Quelle: Sudajaengi, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΕΠΙΤΙΘΕΜΑΙ
I attack
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επιτίθεμαιεπιτιθέμεθα
επιτίθεσαιεπιτίθεσθε
επιτίθεταιεπιτίθενται
Imper
fekt
επιτίθετοεπιτίθεντο
Aoristεπιτέθηκαεπιτεθήκαμε
επιτέθηκεςεπιτεθήκατε
επιτέθηκεεπιτέθηκαν, επιτεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω επιτεθείέχουμε επιτεθεί
έχεις επιτεθείέχετε επιτεθεί
έχει επιτεθείέχουν επιτεθεί
Plu
per
fect
είχα επιτεθείείχαμε επιτεθεί
είχες επιτεθείείχατε επιτεθεί
είχε επιτεθείείχαν επιτεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επιτίθεμαιθα επιτιθέμεθα
θα επιτίθεσαιθα επιτίθεσθε
θα επιτίθεταιθα επιτίθενται
Fut
ur
θα επιτεθώθα επιτεθούμε
θα επιτεθείςθα επιτεθείτε
θα επιτεθείθα επιτεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιτεθείθα έχουμε επιτεθεί
θα έχεις επιτεθείθα έχετε επιτεθεί
θα έχει επιτεθείθα έχουν επιτεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επιτίθεμαινα επιτιθέμεθα
να επιτίθεσαινα επιτίθεσθε
να επιτίθεταινα επιτίθενται
Aoristνα επιτεθώνα επιτεθούμε
να επιτεθείςνα επιτεθείτε
να επιτεθείνα επιτεθούν(ε)
Perfνα έχω επιτεθείνα έχουμε επιτεθεί
να έχεις επιτεθείνα έχετε επιτεθεί
να έχει επιτεθείνα έχουν επιτεθεί
Imper
ativ
Presεπιτίθεσθε
Aoristεπιθέσουεπιτεθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεπιτεθεί
















Griechische Definition zu επιτίθεμαι

επιτίθεμαι [epitíθeme] Ρ επιτίθεσαι, επιτίθεται, επιτιθέμεθα, επιτίθεστε, επιτίθενται, αόρ. επιτέθηκα και γ' πρόσ. (λόγ.) και επετέθη, επετέθησαν, απαρέμφ. επιτεθεί : κάνω επίθεση. 1α. μετακινούμαι, συνήθ. ορμητικά, εναντίον κάποιου άλλου: Tου επιτέθηκε με γροθιές και κλοτσιές / με μαχαίρι. Tης επιτέθηκε για να τη βιάσει. επιτίθεμαι αιφνιδιαστικά σε κπ. Ληστές επιτέθηκαν σε χρηματαποστολή. Άγριο ζώο που δε διστάζει να επιτεθεί ακόμα και στον άνθωπο. || (επέκτ.) μετακινούμαι γρήγορα προς κτ. συνήθ. επιθυμητό: Οι καλεσμένοι επιτέθηκαν στον μπουφέ. β. (για στρατό) κάνω επίθεση με σκοπό τη συντριβή ή την απώθηση του αντιπάλου και την κατάληψη των θέσεών του: Tο πεζικό επιτέθηκε με την ξιφολόγχη. Επιτίθενται τα τανκς / τα αεροπλάνα. || κάνω εισβολή: H Tουρκία επιτέθηκε κατά της Kύπρου και κατέλαβε το βόρειο τμήμα της. γ. (αθλ.) κάνω επίθεση με σκοπό τη νίκη: H ομάδα μας επιτίθεται, δεν κατορθώνει όμως να κάμψει την άμυνα των αντιπάλων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επιτίθεμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15