επισκέπτομαι Verb  [episkeptome, episkeptomai]

  Verb
(61)

Etymologie zu επισκέπτομαι

επισκέπτομαι (λόγιο) altgriechisch ἐπισκέπτομαι ἐπι- + σκέπτομαι


GriechischDeutsch
Φυσικά, επισκέπτομαι τακτικά φυλακές στις αναπτυσσόμενες χώρες. Να είστε βέβαιοι λοιπόν ότι είμαι ασφαλώς σε θέση να εκτιμήσω αυτά τα θεματα.Ich habe regelmäßig Gelegenheit, Gefängnisse in Entwicklungsländern zu besuchen, und kann Ihnen sagen, dass ich deshalb sehr an diesen Fragen interessiert bin.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, δεν είμαι ικανοποιημένος με το να σας εξηγώ απλά τα πράγματα εδώ· θα τα εξηγήσω επίσης σε κάθε πρωτεύουσα και, έτσι, όπως ακριβώς υποσχέθηκα, κάθε εβδομάδα θα επισκέπτομαι μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και σε καθεμία από αυτές τις πρωτεύουσες θα πραγματοποιώ συνάντηση πρακτικής εργασίας με τους εθνικούς αξιωματούχους, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των οδηγιών μας: σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα, τις υπηρεσίες και τις δημόσιες συμβάσεις.Außerdem gebe ich mich nicht damit zufrieden, Ihnen gegenüber hier lediglich Sachverhalte zu erklären; ich werde sie auch in jeder Hauptstadt erklären und demnach wie versprochen jede Woche eine europäische Hauptstadt besuchen. In jeder Hauptstadt werde ich mit den nationalen Beamten, die für die Umsetzung unserer Richtlinien zuständig sind, einen Workshop abhalten: zu beruflichen Qualifikationen, Dienstleistungen und öffentlichen Aufträgen.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu επισκέπτομαι

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επισκέπτομαιεπισκεπτόμαστε
επισκέπτεσαιεπισκέπτεστε, επισκεπτόσαστε
επισκέπτεταιεπισκέπτονται
Imper
fekt
επισκεπτόμουν(α)επισκεπτόμαστε, επισκεπτόμασταν
επισκεπτόσουν(α)επισκεπτόσαστε
επισκεπτόταν(ε)επισκέπτονταν
Aoristεπισκέφτηκα, επισκέφθηκαεπισκεφτήκαμε, επισκεφθήκαμε
επισκέφτηκες, επισκέφθηκεςεπισκεφτήκατε, επισκεφθήκατε
επισκέφτηκε, επισκέφθηκεεπισκέφτηκαν, επισκεφτήκαν(ε), επισκέφθηκαν, επισκεφθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω επισκεφτεί
έχω επισκεφθεί
έχουμε επισκεφτεί
έχουμε επισκεφθεί
έχεις επισκεφτεί
έχεις επισκεφθεί
έχετε επισκεφτεί
έχετε επισκεφθεί
έχει επισκεφτεί
έχει επισκεφθεί
έχουν επισκεφτεί
έχουν επισκεφθεί
Plu
per
fekt
είχα επισκεφτεί
είχα επισκεφθεί
είχαμε επισκεφτεί
είχαμε επισκεφθεί
είχες επισκεφτεί
είχες επισκεφθεί
είχατε επισκεφτεί
είχατε επισκεφθεί
είχε επισκεφτεί
είχε επισκεφθεί
είχαν επισκεφτεί
είχαν επισκεφθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επισκέπτομαιθα επισκεπτόμαστε
θα επισκέπτεσαιθα επισκέπτεστε, θα επισκεπτόσαστε
θα επισκέπτεταιθα επισκέπτονται
Fut
ur
θα επισκεφτώ, θα επισκεφθώθα επισκεφτούμε, θα επισκεφθούμε
θα επισκεφτείς, θα επισκεφθείςθα επισκεφτείτε, θα επισκεφθείτε
θα επισκεφτεί, θα επισκεφθείθα επισκεφτούν(ε), θα επισκεφθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επισκεφτεί
θα έχω επισκεφθεί
θα έχουμε επισκεφτεί
θα έχουμε επισκεφθεί
θα έχεις επισκεφτεί
θα έχεις επισκεφθεί
θα έχετε επισκεφτεί
θα έχετε επισκεφθεί
θα έχει επισκεφτεί
θα έχει επισκεφθεί
θα έχουν επισκεφτεί
θα έχουν επισκεφθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επισκέπτομαινα επισκεπτόμαστε
να επισκέπτεσαινα επισκέπτεστε, να επισκεπτόσαστε
να επισκέπτεταινα επισκέπτονται
Aoristνα επισκεφτώ, να επισκεφθώνα επισκεφτούμε, να επισκεφθούμε
να επισκεφτείς, να επισκεφθείςνα επισκεφτείτε, να επισκεφθείτε
να επισκεφτεί, να επισκεφθείνα επισκεφτούν(ε), να επισκεφθούν(ε)
Perfνα έχω επισκεφτεί
να έχω επισκεφθεί
να έχουμε επισκεφτεί
να έχουμε επισκεφθεί
να έχεις επισκεφτεί
να έχεις επισκεφθεί
να έχετε επισκεφτεί
να έχετε επισκεφθεί
να έχει επισκεφτεί
να έχει επισκεφθεί
να έχουν επισκεφτεί
να έχουν επισκεφθεί
Imper
ativ
Presεπισκέπτεστε
Aoristεπισκέψουεπισκεφτείτε, επισκεφθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεπισκεφτεί, επισκεπτεί





Griechische Definition zu επισκέπτομαι

επισκέπτομαι [episképtome] Ρ4β : κάνω επίσκεψη. α. πηγαίνω σε άλλον τόπο ιδίως με σκοπό τη γνώση ή την αναψυχή: επισκέπτομαι μια χώρα / μια πόλη / μια έκθεση / ένα βιβλιοπωλείο. Yπάρχουν Aθηναίοι που δεν έχουν επισκεφθεί την Aκρόπολη. β. (συνήθ. για κπ. ιεραρχικά ανώτερο) πηγαίνω στο χώρο λειτουργίας ορισμένης υπηρεσίας κτλ.: Ο υπουργός άμυνας θα επισκεφθεί στρατιωτικές μονάδες. γ. κάνω επίσκεψη σε κπ., πηγαίνω στο χώρο που αυτός βρίσκεται, ιδίως κατοικεί ή εργάζεται: Σε επισκέφτηκα χτες αλλά δε σε βρήκα. Εμπορικός αντιπρόσωπος που επισκέπτεται τους πελάτες του. Επισκέπτεται φυλακισμένους / γηροκομεία. Ο ξένος επίσημος επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. || (ειρ., για κπ. ή για κτ. ανεπιθύμητο): Mας επισκέφτηκε ένας κλέφτης / ο δοσατζής / η γρίπη.

[λόγ. < αρχ. ἐπισκέπτομαι `παρατηρώ, επιθεωρώ΄ κατά την αλλ. της σημ. του επισκέπτης]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback