εμπιστεύομαι  Verb  [ebistevome, empisteyomai]

Ähnliche Bedeutung wie εμπιστεύομαι


Beispielsätze εμπιστεύομαι

... Δεν εμπιστεύομαι τους αγνώστους. ...

... Δεν εμπιστεύομαι τους πολιτικούς. ...

... Δεν εμπιστεύομαι τους ξένους. ...

Quelle: glavkos, glavkos, musiclover


Beispielsätze trauen

... Die Leute trauen keiner schwachen Regierung. ...

... Viele Leute trauen der Regierung nicht. ...

... Komm, sei kein Frosch! Wir anderen trauen uns ja auch in die Höhle. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der, PeterR

Grammatik


ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ
I trust
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εμπιστεύομαιεμπιστευόμαστε
εμπιστεύεσαιεμπιστεύεστε, εμπιστευόσαστε
εμπιστεύεταιεμπιστεύονται
Imper
fekt
εμπιστευόμουν(α)εμπιστευόμαστε
εμπιστευόσουν(α)εμπιστευόσαστε
εμπιστευόταν(ε)εμπιστεύονταν
Aoristεμπιστεύτηκα, εμπιστεύθηκαεμπιστευτήκαμε, εμπιστευθήκαμε
εμπιστεύτηκες, εμπιστεύθηκεςεμπιστευτήκατε, εμπιστευθήκατε
εμπιστεύτηκε, εμπιστεύθηκεεμπιστεύτηκαν, εμπιστευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εμπιστευτεί/εμπιστευθείέχουμε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
έχεις εμπιστευτεί/εμπιστευθείέχετε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
έχει εμπιστευτεί/εμπιστευθείέχουν εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
Plu
per
fect
είχα εμπιστευτεί/εμπιστευθείείχαμε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
είχες εμπιστευτεί/εμπιστευθείείχατε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
είχε εμπιστευτεί/εμπιστευθείείχαν εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εμπιστεύομαιθα εμπιστευόμαστε
θα εμπιστεύεσαιθα εμπιστεύεστε, θα εμπιστευόσαστε
θα εμπιστεύεταιθα εμπιστεύονται
Fut
ur
θα εμπιστευτώ, θα εμπιστευθώθα εμπιστευτούμε, θα εμπιστευθούμε
θα εμπιστευτείς, θα εμπιστευθείςθα εμπιστευτείτε, θα εμπιστευθείτε
θα εμπιστευτεί, θα εμπιστευθείθα εμπιστευτούν(ε), θα εμπιστευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εμπιστευτεί/εμπιστευθείθα έχουμε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
θα έχεις εμπιστευτεί/εμπιστευθείθα έχετε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
θα έχει εμπιστευτεί/εμπιστευθείθα έχουν εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εμπιστεύομαινα εμπιστευόμαστε
να εμπιστεύεσαινα εμπιστεύεστε, να εμπιστευόσαστε
να εμπιστεύεταινα εμπιστεύονται
Aoristνα εμπιστευτώ, να εμπιστευθώνα εμπιστευτούμε, να εμπιστευθούμε
να εμπιστευτείς, να εμπιστευθείςνα εμπιστευτείτε, να εμπιστευθείτε
να εμπιστευτεί, να εμπιστευθείνα εμπιστευτούν(ε), να εμπιστευθούν(ε)
Perfνα έχω εμπιστευτεί/εμπιστευθείνα έχουμε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
να έχεις εμπιστευτεί/εμπιστευθείνα έχετε εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
να έχει εμπιστευτεί/εμπιστευθείνα έχουν εμπιστευτεί/εμπιστευθεί
Imper
ativ
Presεμπιστεύεστε
Aoristεμπιστεύσου, εμπιστέψουεμπιστευτείτε, εμπιστευθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεμπιστευτεί, εμπιστευθεί



Person Wortform
Präsens ich traue
du traust
er, sie, es traut
Präteritum ich traute
Konjunktiv II ich traute
Imperativ Singular trau!
traue!
Plural traut!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
getraut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:trauen


Griechische Definition zu εμπιστεύομαι

εμπιστεύομαι [embistévome] .1β : 1.έχω εμπιστοσύνη σε κπ. για ικανότητα ή ιδιότητά του: Tον εμπιστεύεσαι ότι θα κάνει σωστή δουλειά; Tόσο μικρό παιδί και εμπιστεύεσαι να το αφήσεις μόνο του; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εμπιστεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15