ελαττώνω  Verb  [elattono, elattwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ελαττώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ελαττώνω

... (ατομική ακτίνα) εξαρτάται από τον ατομικό αριθμό. Το μέγεθος του ατόμου ελαττώνεται σε μία περίοδο του περιοδικού πίνακα όσο μειώνεται ο ατομικός αριθμός ...

... ενέργεια, η μέση κινητική ενέργεια των υπολοίπων μορίων του υγρού ελαττώνεται, οπότε ελαττώνεται και η θερμοκρασία του. (Αυτό εύκολα το καταλαβαίνουμε αν ρίξουμε ...

... ακόμη πιο δύσκολο στην κατεργασία. Το μέτρο ελαστικότητας του ιριδίου ελαττώνεται ανεπαίσθητα από τους 0 °C στους 1000 °C και είναι το υψηλότερο όλων των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beeinträchtigen

... Ein ausschließlich verhaltensorientierter Ansatz zur Psychologie vernachlässigt familiäre Probleme, schulische Umstände und eine Menge weiterer Problemkreise, die das emotionale und psychologische Wachstum eines Kindes beeinträchtigen können. ...

... Das Systemrisiko (systemische Risiko) ist ein Risiko, das die Funktion oder das Fortbestehen eines ganzen Systems beeinträchtigen kann. Das Systemrisiko ...

... Borderline-Störung oft zu erheblichen Belastungen führen und sowohl die eigene Lebensqualität schwer beeinträchtigen als auch die der Bezugspersonen mindern ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΛΑΤΤΩΝΩ
I diminish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ελαττώνωελαττώνουμε, ελαττώνομεελαττώνομαιελαττωνόμαστε
ελαττώνειςελαττώνετεελαττώνεσαιελαττώνεστε, ελαττωνόσαστε
ελαττώνειελαττώνουν(ε)ελαττώνεταιελαττώνονται
Imper
fekt
ελάττωναελαττώναμεελαττωνόμουν(α)ελαττωνόμαστε, ελαττωνόμασταν
ελάττωνεςελαττώνατεελαττωνόσουν(α)ελαττωνόσαστε, ελαττωνόσασταν
ελάττωνεελάττωναν, ελαττώναν(ε)ελαττωνόταν(ε)ελαττώνονταν, ελαττωνόντανε, ελαττωνόντουσαν
Aoristελάττωσαελαττώσαμεελαττώθηκαελαττωθήκαμε
ελάττωσεςελαττώσατεελαττώθηκεςελαττωθήκατε
ελάττωσεελάττωσαν, ελαττώσαν(ε)ελαττώθηκεελαττώθηκαν, ελαττωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ελαττώσει
έχω ελαττωμένο
έχουμε ελαττώσει
έχουμε ελαττωμένο
έχω ελαττωθεί
είμαι ελαττωμένος, -η
έχουμε ελαττωθεί
είμαστε ελαττωμένοι, -ες
έχεις ελαττώσει
έχεις ελαττωμένο
έχετε ελαττώσει
έχετε ελαττωμένο
έχεις ελαττωθεί
είσαι ελαττωμένος, -η
έχετε ελαττωθεί
είστε ελαττωμένοι, -ες
έχει ελαττώσει
έχει ελαττωμένο
έχουν ελαττώσει
έχουν ελαττωμένο
έχει ελαττωθεί
είναι ελαττωμένος, -η, -ο
έχουν ελαττωθεί
είναι ελαττωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ελαττώσει
είχα ελαττωμένο
είχαμε ελαττώσει
είχαμε ελαττωμένο
είχα ελαττωθεί
ήμουν ελαττωμένος, -η
είχαμε ελαττωθεί
ήμαστε ελαττωμένοι, -ες
είχες ελαττώσει
είχες ελαττωμένο
είχατε ελαττώσει
είχατε ελαττωμένο
είχες ελαττωθεί
ήσουν ελαττωμένος, -η
είχατε ελαττωθεί
ήσαστε ελαττωμένοι, -ες
είχε ελαττώσει
είχε ελαττωμένο
είχαν ελαττώσει
είχαν ελαττωμένο
είχε ελαττωθεί
ήταν ελαττωμένος, -η, -ο
είχαν ελαττωθεί
ήταν ελαττωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ελαττώνωθα ελαττώνουμε, θα ελαττώνομεθα ελαττώνομαιθα ελαττωνόμαστε
θα ελαττώνειςθα ελαττώνετεθα ελαττώνεσαιθα ελαττώνεστε, θα ελαττωνόσαστε
θα ελαττώνειθα ελαττώνουν(ε)θα ελαττώνεταιθα ελαττώνονται
Fut
ur
θα ελαττώσωθα ελαττώσουμε, θα ελαττώσομεθα ελαττωθώθα ελαττωθούμε
θα ελαττώσειςθα ελαττώσετεθα ελαττωθείςθα ελαττωθείτε
θα ελαττώσειθα ελαττώσουνθα ελαττωθείθα ελαττωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ελαττώσει
θα έχω ελαττωμένο
θα έχουμε ελαττώσει
θα έχουμε ελαττωμένο
θα έχω ελαττωθεί
θα είμαι ελαττωμένος, -η
θα έχουμε ελαττωθεί
θα είμαστε ελαττωμένοι, -ες
θα έχεις ελαττώσει
θα έχεις ελαττωμένο
θα έχετε ελαττώσει
θα έχετε ελαττωμένο
θα έχεις ελαττωθεί
θα είσαι ελαττωμένος, -η
θα έχετε ελαττωθεί
θα είστε ελαττωμένοι, -ες
θα έχει ελαττώσει
θα έχει ελαττωμένο
θα έχουν ελαττώσει
θα έχουν ελαττωμένο
θα έχει ελαττωθεί
θα είναι ελαττωμένος, -η, -ο
θα έχουν ελαττωθεί
θα είναι ελαττωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ελαττώνωνα ελαττώνουμε, να ελαττώνομενα ελαττώνομαινα ελαττωνόμαστε
να ελαττώνειςνα ελαττώνετενα ελαττώνεσαινα ελαττώνεστε, να ελαττωνόσαστε
να ελαττώνεινα ελαττώνουν(ε)να ελαττώνεταινα ελαττώνονται
Aoristνα ελαττώσωνα ελαττώσουμε, να ελαττώσομενα ελαττωθώνα ελαττωθούμε
να ελαττώσειςνα ελαττώσετενα ελαττωθείςνα ελαττωθείτε
να ελαττώσεινα ελαττώσουν(ε)να ελαττωθείνα ελαττωθούν(ε)
Perfνα έχω ελαττώσει
να έχω ελαττωμένο
να έχουμε ελαττώσει
να έχουμε ελαττωμένο
να έχω ελαττωθεί
να είμαι ελαττωμένος, -η
να έχουμε ελαττωθεί
να είμαστε ελαττωμένοι, -ες
να έχεις ελαττώσει
να έχεις ελαττωμένο
να έχετε ελαττώσει
να έχετε ελαττωμένο
να έχεις ελαττωθεί
να είσαι ελαττωμένος, -η
να έχετε ελαττωθεί
να είστε ελαττωμένοι, -ες
να έχει ελαττώσει
να έχει ελαττωμένο
να έχουν ελαττώσει
να έχουν ελαττωμένο
να έχει ελαττωθεί
να είναι ελαττωμένος, -η, -ο
να έχουν ελαττωθεί
να είναι ελαττωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presελάττωνεελαττώνετεελαττώνεστε
Aoristελάττωσεελαττώστε, ελαττώσετεελαττώσουελαττωθείτε
Part
izip
Presελαττώνοντας
Perfέχοντας ελαττώσει, έχοντας ελαττωμένοελαττωμένος, -η, -οελαττωμένοι, -ες, -α
InfinAoristελαττώσειελαττωθεί









Person Wortform
Präsens ich senke
du senkst
er, sie, es senkt
Präteritum ich senkte
Konjunktiv II ich senkte
Imperativ Singular senke!
Plural senkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesenkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:senken






Griechische Definition zu ελαττώνω

ελαττώνω [elatóno] -ομαι : κάνω κτ. να γίνει λιγότερο ή μικρότερο· μειώνω: ελαττώνω ποσό / ποσότητα / μέγεθος. ελαττώνω τα έξοδά μου / το κάπνισμα, περιορίζω.

[λόγ. < αρχ. ἐλασσῶ, αττ. διάλ. ἐλαττ(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ελαττώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15