εκτελώ  Verb  [ektelo, ektelw]


Beispielsätze εκτελώ

... οδηγός) και comes (ακόλουθος). Dux είναι η φωνή που εκτελεί το θέμα και comes η φωνή που εκτελεί την απάντηση. Αν και η έκθεση είναι ένα από τα ...

... το παιχνίδι οδηγείται στην διαδικασία των πέναλτι. Εκεί η κάθε ομάδα εκτελεί διαδοχικά πέναλτι. Σε διοργανώσεις νοκ-άουτ όπου κάθε ομάδα διαγωνίζεται ...

... διατάξεις του περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των εικόνων φαίνεται ότι δεν εκτελούνταν επακριβώς. Ο γιος και διάδοχός του Κωνσταντίνος Ε΄ υπήρξε πολύ ορμητικότερος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vollführen

... Wenn es um die Befreiung von Völkern geht, warum kämpft Bush nicht gegen andere Despoten, welche die eigenen und benachbarte Ethnien unterjochen? An ihnen besteht in unserer bedauernswerten Welt kein Mangel, so dass die Vereinigten Staaten Jahrzehnte hindurch eine solch edle Mission vollführen können. Vielleicht sollte Bush im Kaukasus beginnen! ...

... Teilhaber mit klappernden Windmühlen, Ketten, Kuhschellen und Peitschen einen Höllenlärm vollführen oder Katzenmusik und Charivari veranstalten. Damit ist Name ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΚΤΕΛΩ
I execute
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκτελώεκτελούμεεκτελούμαιεκτελούμαστε
εκτελείςεκτελείτεεκτελείσαιεκτελείστε
εκτελείεκτελούν(ε)εκτελείταιεκτελούνται
Imper
fekt
εκτελούσαεκτελούσαμεεκτελούμουνεκτελούμαστε
εκτελούσεςεκτελούσατε
εκτελούσεεκτελούσαν(ε)εκτελούνταν, εκτελείτοεκτελούνταν, εκτελούντο
Aoristεκτέλεσαεκτελέσαμεεκτελέστηκαεκτελεστήκαμε
εκτέλεσεςεκτελέσατεεκτελέστηκεςεκτελεστήκατε
εκτέλεσεεκτέλεσαν, εκτελέσαν(ε)εκτελέστηκεεκτελέστηκαν, εκτελεστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εκτελέσει
έχω εκτελεσμένο
έχουμε εκτελέσει
έχουμε εκτελεσμένο
έχω εκτελεστεί
είμαι εκτελεσμένος, -η
έχουμε εκτελεστεί
είμαστε εκτελεσμένοι, -ες
έχεις εκτελέσει
έχεις εκτελεσμένο
έχετε εκτελέσει
έχετε εκτελεσμένο
έχεις εκτελεστεί
είσαι εκτελεσμένος, -η
έχετε εκτελεστεί
είστε εκτελεσμένοι, -ες
έχει εκτελέσει
έχει εκτελεσμένο
έχουν εκτελέσει
έχουν εκτελεσμένο
έχει εκτελεστεί
είναι εκτελεσμένος, -η, -ο
έχουν εκτελεστεί
είναι εκτελεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα εκτελέσει
είχα εκτελεσμένο
είχαμε εκτελέσει
είχαμε εκτελεσμενο
είχα εκτελεστεί
ήμουν εκτελεσμένος, -η
είχαμε εκτελεστεί
ήμαστε εκτελεσμένοι, -ες
είχες εκτελέσει
είχες εκτελεσμένο
είχατε εκτελέσει
είχατε εκτελεσμένο
είχες εκτελεστεί
έσουν εκτελεσμένος, -η
είχατε εκτελεστεί
έσαστε εκτελεσμένοι, -ες
είχε εκτελέσει
είχε εκτελεσμένο
είχαν εκτελέσει
είχαν εκτελεσμένο
είχε εκτελεστεί
ήταν εκτελεσμένος, -η, -ο
είχαν εκτελεστεί
ήταν εκτελεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκτελώθα εκτελούμεθα εκτελούμαιθα εκτελούμαστε
θα εκτελείςθα εκτελείτεθα εκτελείσαιθα εκτελείστε
θα εκτελείθα εκτελούν(ε)θα εκτελείταιθα εκτελούνται
Fut
ur
θα εκτελέσωθα εκτελέσουμε, θα εκτελέσομεθα εκτελεστώθα εκτελεστούμε
θα εκτελέσειςθα εκτελέσετεθα εκτελεστείςθα εκτελεστείτε
θα εκτελέσειθα εκτελέσουν(ε)θα εκτελεστείθα εκτελεστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκτελέσει
θα έχω εκτελεσμένο
θα έχουμε εκτελέσει
θα έχουμε εκτελεσμένο
θα έχω εκτελεστεί
θα είμαι εκτελεσμένος, -η
θα έχουμε εκτελεστεί
θα είμαστε εκτελεσμένοι, -ες
θα έχεις εκτελέσει
θα έχεις εκτελεσμένο
θα έχετε εκτελέσει
θα έχετε εκτελεσμένο
θα έχεις εκτελεστεί
θα είσαι εκτελεσμένος, -η
θα έχετε εκτελεστεί
θα είστε εκτελεσμένοι, -η
θα έχει εκτελέσει
θα έχει εκτελεσμένο
θα έχουν εκτελέσει
θα έχουν εκτελεσμένο
θα έχει εκτελεστεί
θα είναι εκτελεσμένος, -η, -ο
θα έχουν εκτελεστεί
θα είναι εκτελεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκτελώνα εκτελούμενα εκτελούμαινα εκτελούμαστε
να εκτελείςνα εκτελείτενα εκτελείσαινα εκτελείστε
να εκτελείνα εκτελούν(ε)να εκτελείταινα εκτελούνται
Aoristνα εκτελέσωνα εκτελέσουμε, να εκτελέσομενα εκτελεστώνα εκτελεστούμε
να εκτελέσειςνα εκτελέσετενα εκτελεστείςνα εκτελεστείτε
να εκτελέσεινα εκτελέσουν(ε)να εκτελεστείνα εκτελεστούν(ε)
Perfνα έχω εκτελέσει
να έχω εκτελεσμένο
να έχουμε εκτελέσει
να έχουμε εκτελεσμένο
να έχω εκτελεστεί
να είμαι εκτελεσμένος, -η
να έχουμε εκτελεστεί
να είμαστε εκτελεσμενοι, -ες
να έχεις εκτελέσει
να έχεις εκτελεσμένο
να έχετε εκτελέσει
να έχετε εκτελεσμένο
να έχεις εκτελεστεί
να είσαι εκτελεσμένος, -η
να έχετε εκτελεστεί
να είστε εκτελεσμένοι, -ες
να έχει εκτελέσει
να έχει εκτελεσμένο
να έχουν εκτελέσει
να έχουν εκτελεσμένο
να έχει εκτελεστεί
να είναι εκτελεσμένος, -η, -ο
να έχουν εκτελεστεί
να είναι εκτελεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεκτελείτεεκτελείστε
Aoristεκτέλεσεεκτελέστε, εκτελέσετεεκτελέσουεκτελεστείτε
Part
izip
Presεκτελώνταςεκτελούμενος
Perfέχοντας εκτελέσει, έχοντας εκτελεσμένοεκτελεσμένος, -η, -οεκτελεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristεκτελέσειεκτελεστεί


















Griechische Definition zu εκτελώ

εκτελώ [ekteló] -ούμαι αόρ. και εξετέλεσα συνήθ. στη σημ. 1 : 1α. πραγματοποιώ, εφαρμόζω: εκτελώ εντολή / σχέδιο / οδηγίες / αποφάσεις. β. εκπληρώνω: εκτελώ το καθήκον μου. || εκτελώ χρέη (με γεν.), για κπ. που αναπληρώνει προσωρινά κπ. που κατέχει ένα ορισμένο αξίωμα, μια θέση κτλ.: Ποιος εκτελεί χρέη διευθυντή; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκτελώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15