εκμυστηρεύομαι  Verb  [ekmistirevome, ekmysthreyomai]

Ähnliche Bedeutung wie εκμυστηρεύομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εκμυστηρεύομαι

... Μακεδονία, η Αντιγόνη. Ο Φιλώτας την έκανε ερωμένη του και συνήθιζε να της εκμυστηρεύεται τα παράπονα του για τον Αλέξανδρο. Κάποια από αυτά διέρρευσαν και έφτασαν ...

... Ένας Δον Τζοβάνι της κακιάς ώρας, ο Τόνι Γκασπαρίνι (Αλμπέρτο Λιονέλο) εκμυστηρεύεται στον γιατρό του, Τζατσίντο Καστελάν (Τζίτζι Μπαλίστα) την ανικανότητά ...

... Στον Οράτιο ο Αρνόλφ έχει συστηθεί με άλλο όνομα κι έτσι εκείνος του εκμυστηρεύεται τον έρωτά του για την Αγνή χωρίς να γνωρίζει την αληθινή του ταυτότητα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beichten

... Die meisten Menschen beichten am liebsten die Sünden anderer Leute. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΟΜΑΙ
I confide
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκμυστηρεύομαιεκμυστηρευόμαστε
εκμυστηρεύεσαιεκμυστηρεύεστε, εκμυστηρευόσαστε
εκμυστηρεύεταιεκμυστηρεύονται
Imper
fekt
εκμυστηρευόμουν(α)εκμυστηρευόμαστε
εκμυστηρευόσουν(α)εκμυστηρευόσαστε
εκμυστηρευόταν(ε)εκμυστηρεύονταν
Aoristεκμυστηρεύτηκα, εκμυστηρεύθηκαεκμυστηρευτήκαμε, εκμυστηρευθήκαμε
εκμυστηρεύτηκες, εκμυστηρεύθηκεςεκμυστηρευτήκατε, εκμυστηρευθήκατε
εκμυστηρεύτηκε, εκμυστηρεύθηκεεκμυστηρεύτηκαν, εκμυστηρευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείέχουμε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
έχεις εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείέχετε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
έχει εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείέχουν εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
Plu
per
fect
είχα εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείείχαμε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
είχες εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείείχατε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
είχε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείείχαν εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκμυστηρεύομαιθα εκμυστηρευόμαστε
θα εκμυστηρεύεσαιθα εκμυστηρεύεστε, θα εκμυστηρευόσαστε
θα εκμυστηρεύεταιθα εκμυστηρεύονται
Fut
ur
θα εκμυστηρευτώ, θα εκμυστηρευθώθα εκμυστηρευτούμε, θα εκμυστηρευθούμε
θα εκμυστηρευτείς, θα εκμυστηρευθείςθα εκμυστηρευτείτε, θα εκμυστηρευθείτε
θα εκμυστηρευτεί, θα εκμυστηρευθείθα εκμυστηρευτούν(ε), θα εκμυστηρευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείθα έχουμε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
θα έχεις εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείθα έχετε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
θα έχει εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείθα έχουν εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκμυστηρεύομαινα εκμυστηρευόμαστε
να εκμυστηρεύεσαινα εκμυστηρεύεστε, να εκμυστηρευόσαστε
να εκμυστηρεύεταινα εκμυστηρεύονται
Aoristνα εκμυστηρευτώ, να εκμυστηρευθώνα εκμυστηρευτούμε, να εκμυστηρευθούμε
να εκμυστηρευτείς, να εκμυστηρευθείςνα εκμυστηρευτείτε, να εκμυστηρευθείτε
να εκμυστηρευτεί, να εκμυστηρευθείνα εκμυστηρευτούν(ε), να εκμυστηρευθούν(ε)
Perfνα έχω εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείνα έχουμε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
να έχεις εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείνα έχετε εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
να έχει εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθείνα έχουν εκμυστηρευτεί/εκμυστηρευθεί
Imper
ativ
Presεκμυστηρεύεστε
Aoristεκμυστηρεύσου, εκμυστηρέψουεκμυστηρευτείτε, εκμυστηρευθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεκμυστηρευτεί, εκμυστηρευθεί




Griechische Definition zu εκμυστηρεύομαι

εκμυστηρεύομαι [ekmistirévome] .1β : λέω, αποκαλύπτω σε κπ. ένα προσωπικό μου μυστικό, μια κρυφή σκέψη μου ή επιθυμία, ένα κρυφό συναίσθημα· (πρβ. εμπιστεύομαι, εξομολογούμαι): εκμυστηρεύομαι σε κάποιον τις κρυφές επιθυμίες μου / τους φόβους μου / τα σχέδιά μου.

[λόγ. επίδρ. στο ξεμυστηρεύομαι με αντιστροφή της ετυμολογικής σχέσης εκ- > ξε-]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκμυστηρεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15