εκμεταλλεύομαι  Verb  [ekmetallevome, ekmetalleyomai]

Ähnliche Bedeutung wie εκμεταλλεύομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εκμεταλλεύομαι

... διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία ...

... παρουσιάστρια απάντησε λέγοντας ότι «τα πάντα στην ζωή είναι εκμετάλλευση. Εγώ εκμεταλλεύομαι αυτούς και αυτοί εμένα. Το θέμα είναι πόσο δημιουργική είναι αυτή η ...

... Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε είτε γιατί, κατά μία άποψη, το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausbeuten

... Ausbeute bezeichnet: Ausbeute (Bergbau), den Überschuss nach Abzug der Kosten Ausbeute (Chemie), die erhaltene Menge eines Endproduktes einer Reaktion ...

... Textbook of Practical Organic Chemistry klassifiziert die Ausbeuten in folgende Kategorien: Ausbeuten können bei sehr unvollständigen Reaktionen jedoch auch ...

... Die Ausbeute (englisch yield) bei der Herstellung von integrierten Schaltkreisen (ICs) dient als Maßzahl zur Bewertung des Produktionsprozesses bzw. des ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΑΙ
I exploit
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκμεταλλεύομαιεκμεταλλευόμαστε
εκμεταλλεύεσαιεκμεταλλεύεστε, εκμεταλλευόσαστε
εκμεταλλεύεταιεκμεταλλεύονται
Imper
fekt
εκμεταλλευόμουν(α)εκμεταλλευόμαστε
εκμεταλλευόσουν(α)εκμεταλλευόσαστε
εκμεταλλευόταν(ε)εκμεταλλεύονταν
Aoristεκμεταλλεύτηκα, εκμεταλλεύθηκαεκμεταλλευτήκαμε, εκμεταλλευθήκαμε
εκμεταλλεύτηκες, εκμεταλλεύθηκεςεκμεταλλευτήκατε, εκμεταλλευθήκατε
εκμεταλλεύτηκε, εκμεταλλεύθηκεεκμεταλλεύτηκαν, εκμεταλλευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείέχουμε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
έχεις εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείέχετε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
έχει εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείέχουν εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
Plu
per
fect
είχα εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείείχαμε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
είχες εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείείχατε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
είχε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείείχαν εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκμεταλλεύομαιθα εκμεταλλευόμαστε
θα εκμεταλλεύεσαιθα εκμεταλλεύεστε, θα εκμεταλλευόσαστε
θα εκμεταλλεύεταιθα εκμεταλλεύονται
Fut
ur
θα εκμεταλλευτώ, θα εκμεταλλευθώθα εκμεταλλευτούμε, θα εκμεταλλευθούμε
θα εκμεταλλευτείς, θα εκμεταλλευθείςθα εκμεταλλευτείτε, θα εκμεταλλευθείτε
θα εκμεταλλευτεί, θα εκμεταλλευθείθα εκμεταλλευτούν(ε), θα εκμεταλλευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείθα έχουμε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
θα έχεις εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείθα έχετε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
θα έχει εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείθα έχουν εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκμεταλλεύομαινα εκμεταλλευόμαστε
να εκμεταλλεύεσαινα εκμεταλλεύεστε, να εκμεταλλευόσαστε
να εκμεταλλεύεταινα εκμεταλλεύονται
Aoristνα εκμεταλλευτώ, να εκμεταλλευθώνα εκμεταλλευτούμε, να εκμεταλλευθούμε
να εκμεταλλευτείς, να εκμεταλλευθείςνα εκμεταλλευτείτε, να εκμεταλλευθείτε
να εκμεταλλευτεί, να εκμεταλλευθείνα εκμεταλλευτούν(ε), να εκμεταλλευθούν(ε)
Perfνα έχω εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείνα έχουμε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
να έχεις εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείνα έχετε εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
να έχει εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθείνα έχουν εκμεταλλευτεί/εκμεταλλευθεί
Imper
ativ
Presεκμεταλλεύεστε
Aoristεκμεταλλεύσου, εκμεταλλέψουεκμεταλλευτείτε, εκμεταλλευθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristεκμεταλλευτεί, εκμεταλλευθεί













Person Wortform
Präsens ich nutze
du nutzt
er, sie, es nutzt
Präteritum ich nutzte
Konjunktiv II ich nutzte
Imperativ Singular nutze!
Plural nutzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genutzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nutzen




Griechische Definition zu εκμεταλλεύομαι

εκμεταλλεύομαι [ekmetalévome] .1β : 1.χρησιμοποιώ κτ. για να αποκομίσω οικονομικό όφελος, κέρδος: Tο κράτος πρέπει να εκμεταλλευτεί όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Εκμεταλλεύτηκε το κεφάλαιό του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. εκμεταλλεύομαι τη δύναμη του νερού. || χρησιμοποιώ κτ. με τρόπο ωφέλιμο· αξιοποιώ: Για να εκμεταλλευτούμε καλύτερα το χώρο, πρέπει να αλλάξουμε διαρρύθμιση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκμεταλλεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15