εισπράττω  Verb  [ispratto, eisprattw]

Ähnliche Bedeutung wie εισπράττω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εισπράττω

... μεγαλύτερο θέατρο, η Λι δυσκολεύτηκε να τοποθετήσει σωστά τη φωνή της, εισπράττοντας την αδιαφορία του ακροατηρίου. Οι παραστάσεις του έργου σταμάτησαν λίγες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vereinnahmen

... Ich versuche zwar, mich von den Spielen, die ich mir im Fernsehen ansehe, nicht zu sehr vereinnahmen zu lassen, aber es verursacht mir immer schlechte Laune, wenn meine Lieblingsmannschaft verliert. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΙΣΠΡΑΤΤΩ
I cash
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εισπράττωεισπράττουμε, εισπράττομεεισπράττομαιεισπραττόμαστε
εισπράττειςεισπράττετεεισπράττεσαιεισπράττεστε, εισπραττόσαστε
εισπράττειεισπράττουν(ε)εισπράττεταιεισπράττονται
Imper
fekt
εισέπρατταεισπράτταμεεισπραττόμουν(α)εισπραττόμαστε, εισπραττόμασταν
εισέπραττεςεισπράττατεεισπραττόσουν(α)εισπραττόσαστε, εισπραττόσασταν
εισέπραττεεισέπρατταν, εισπράτταν(ε)εισπραττόταν(ε)εισπράττονταν, εισπραττόντανε, εισπραττόντουσαν
Aoristεισέπραξαεισπράξαμεεισπράχθηκαεισπραχθήκαμε
εισέπραξεςεισπράξατεεισπράχθηκεςεισπραχθήκατε
εισέπραξεεισέπραξαν, εισπράξαν(ε)εισπράχθηκεεισπράχθηκαν, εισπραχθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εισπράξει
έχω εισπραγμένο
έχουμε εισπράξει
έχουμε εισπραγμένο
έχω εισπραχθεί
είμαι εισπραγμένος, -η
έχουμε εισπραχθεί
είμαστε εισπραγμένοι, -ες
έχεις εισπράξει
έχεις εισπραγμένο
έχετε εισπράξει
έχετε εισπραγμένο
έχεις εισπραχθεί
είσαι εισπραγμένος, -η
έχετε εισπραχθεί
είστε εισπραγμένοι, -ες
έχει εισπράξει
έχει εισπραγμένο
έχουν εισπράξει
έχουν εισπραγμένο
έχει εισπραχθεί
είναι εισπραγμένος, -η, -ο
έχουν εισπραχθεί
είναι εισπραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εισπράξει
είχα εισπραγμένο
είχαμε εισπράξει
είχαμε εισπραγμένο
είχα εισπραχθεί
ήμουν εισπραγμένος, -η
είχαμε εισπραχθεί
ήμαστε εισπραγμένοι, -ες
είχες εισπράξει
είχες εισπραγμένο
είχατε εισπράξει
είχατε εισπραγμένο
είχες εισπραχθεί
ήσουν εισπραγμένος, -η
είχατε εισπραχθεί
ήσαστε εισπραγμένοι, -ες
είχε εισπράξει
είχε εισπραγμένο
είχαν εισπράξει
είχαν εισπραγμένο
είχε εισπραχθεί
ήταν εισπραγμένος, -η, -ο
είχαν εισπραχθεί
ήταν εισπραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εισπράττωθα εισπράττουμε, θα εισπράττομεθα εισπράττομαιθα εισπραττόμαστε
θα εισπράττειςθα εισπράττετεθα εισπράττεσαιθα εισπράττεστε, θα εισπραττόσαστε
θα εισπράττειθα εισπράττουν(ε)θα εισπράττεταιθα εισπράττονται
Fut
ur
θα εισπράξωθα εισπράξουμε, θα εισπράξομεθα εισπραχθώθα εισπραχθούμε
θα εισπράξειςθα εισπράξετεθα εισπραχθείςθα εισπραχθείτε
θα εισπράξειθα εισπράξουν(ε)θα εισπραχθείθα εισπραχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εισπράξει
θα έχω εισπραγμένο
θα έχουμε εισπράξει
θα έχουμε εισπραγμένο
θα έχω εισπραχθεί
θα είμαι εισπραγμένος, -η
θα έχουμε εισπραχθεί
θα είμαστε εισπραγμένοι, -ες
θα έχεις εισπράξει
θα έχεις εισπραγμένο
θα έχετε εισπράξει
θα έχετε εισπραγμένο
θα έχεις εισπραχθεί
θα είσαι εισπραγμένος, -η
θα έχετε εισπραχθεί
θα είστε εισπραγμένοι, -ες
θα έχει εισπράξει
θα έχει εισπραγμένο
θα έχουν εισπράξει
θα έχουν εισπραγμένο
θα έχει εισπραχθεί
θα είναι εισπραγμένος, -η, -ο
θα έχουν εισπραχθεί
θα είναι εισπραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εισπράττωνα εισπράττουμε, να εισπράττομενα εισπράττομαινα εισπραττόμαστε
να εισπράττειςνα εισπράττετενα εισπράττεσαινα εισπράττεστε, να εισπραττόσαστε
να εισπράττεινα εισπράττουν(ε)να εισπράττεταινα εισπράττονται
Aoristνα εισπράξωνα εισπράξουμε, να εισπράξομενα εισπραχθώνα εισπραχθούμε
να εισπράξειςνα εισπράξετενα εισπραχθείςνα εισπραχθείτε
να εισπράξεινα εισπράξουν(ε)να εισπραχθείνα εισπραχθούν(ε)
Perfνα έχω εισπράξει
να έχω εισπραγμένο
να έχουμε εισπράξει
να έχουμε εισπραγμένο
να έχω εισπραχθεί
να είμαι εισπραγμένος, -η
να έχουμε εισπραχθεί
να είμαστε εισπραγμένοι, -ες
να έχεις εισπράξει
να έχεις εισπραγμένο
να έχετε εισπράξει
να έχετε εισπραγμένο
να έχεις εισπραχθεί
να είσαι εισπραγμένος, -η
να έχετε εισπραχθεί
να είστε εισπραγμένοι, -ες
να έχει εισπράξει
να έχει εισπραγμένο
να έχουν εισπράξει
να έχουν εισπραγμένο
να έχει εισπραχθεί
να είναι εισπραγμένος, -η, -ο
να έχουν εισπραχθεί
να είναι εισπραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presείσπραττεεισπράττετεεισπράττεστε
Aoristείσπραξεεισπράξτε, εισπράξετεεισπράξουεισπραχθείτε
Part
izip
Presεισπράττοντας
Perfέχοντας εισπράξει, έχοντας εισπραγμένοεισπραγμένος, -η, -οεισπραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristεισπράξειεισπραχθεί












Griechische Definition zu εισπράττω

εισπράττω [ispráto] -ομαι Ρ αόρ. εισέπραξα, απαρέμφ. εισπράξει, παθ. αόρ. εισπράχθηκα, απαρέμφ. εισπραχθεί : 1. παίρνω από κπ., για λογαριασμό μου ή για λογαριασμό τρίτων, χρηματικό ποσό που το οφείλει. ANT πληρώνω, καταβάλλω: εισπράττω τόκους / ενοίκιο / φόρους. εισπράττω προκαταβολή / δόσεις. Εισέπραξα δέκα χιλιάδες έναντι λογαριασμού / για την εξόφληση λογαριασμού. || Tο ποσό θα εισπραχτεί σε δώδεκα δόσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εισπράττω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15