εγγράφω  Verb  [engrafo, eggrafw]

Ähnliche Bedeutung wie εγγράφω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu εγγράφω

εγγράφως


Beispielsätze εγγράφω

... Μια εγγραφή (record) είναι ένας πολυπληθυσμιακός τύπος δεδομένων, ο οποίος απαρτίζεται από δύο ή περισσότερα πεδία (fields) ή μέλη (members) της δομής ...

... Βενετοκρατίας. Η ημερομηνία γέννησης του προκύπτει όχι από κάποιο επίσημο έγγραφο της εποχής αλλά με βάση μία ιδιόχειρη σημείωση του, σύμφωνα με την οποία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze eintragen

... dort ankommt und den Umschlag öffnet, findet sie darin eine Blanko-Überschreibung für das Haus, auf der sie nur noch ihren Namen eintragen muss. Am nächsten ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΓΓΡΑΦΩ
I enroll
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εγγράφωεγγράφουμε, εγγράφομεεγγράφομαιεγγραφόμαστε
εγγράφειςεγγράφετεεγγράφεσαιεγγράφεστε, εγγραφόσαστε
εγγράφειεγγράφουν(ε)εγγράφεταιεγγράφονται
Imper
fekt
ενέγραφαεγγράφαμεεγγραφόμουν(α)εγγραφόμαστε, εγγραφόμασταν
ενέγραφεςεγγράφατεεγγραφόσουν(α)εγγραφόσαστε, εγγραφόσασταν
ενέγραφεενέγραφαν, εγγράφαν(ε)εγγραφόταν(ε)εγγράφονταν, εγγραφόντανε, εγγραφόντουσαν
Aoristενέγραψαεγγράψαμεεγγράφηκαεγγραφήκαμε
ενέγραψεςεγγράψατεεγγράφηκεςεγγραφήκατε
ενέγραψεενέγραψαν, εγγράψαν(ε)εγγράφηκεεγγράφηκαν, εγγραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω εγγράψει
έχω εγγεγραμμένο
έχουμε εγγράψει
έχουμε εγγεγραμμένο
έχω εγγραφεί
είμαι εγγεγραμμένος, -η
έχουμε εγγραφεί
είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
έχεις εγγράψει
έχεις εγγεγραμμένο
έχετε εγγράψει
έχετε εγγεγραμμένο
έχεις εγγραφεί
είσαι εγγεγραμμένος, -η
έχετε εγγραφεί
είστε εγγεγραμμένοι, -ες
έχει εγγράψει
έχει εγγεγραμμένο
έχουν εγγράψει
έχουν εγγεγραμμένο
έχει εγγραφεί
είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
έχουν εγγραφεί
είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εγγράψει
είχα εγγεγραμμένο
είχαμε εγγράψει
είχαμε εγγεγραμμένο
είχα εγγραφεί
ήμουν εγγεγραμμένος, -η
είχαμε εγγραφεί
ήμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
είχες εγγράψει
είχες εγγεγραμμένο
είχατε εγγράψει
είχατε εγγεγραμμένο
είχες εγγραφεί
ήσουν εγγεγραμμένος, -η
είχατε εγγραφεί
ήσαστε εγγεγραμμένοι, -ες
είχε εγγράψει
είχε εγγεγραμμένο
είχαν εγγράψει
είχαν εγγεγραμμένο
είχε εγγραφεί
ήταν εγγεγραμμένος, -η, -ο
είχαν εγγραφεί
ήταν εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εγγράφωθα εγγράφουμε, θα εγγράφομεθα εγγράφομαιθα εγγραφόμαστε
θα εγγράφειςθα εγγράφετεθα εγγράφεσαιθα εγγράφεστε, θα εγγραφόσαστε
θα εγγράφειθα εγγράφουν(ε)θα εγγράφεταιθα εγγράφονται
Fut
ur
θα εγγράψωθα εγγράψουμε, θα εγγράψομεθα εγγραφώθα εγγραφούμε
θα εγγράψειςθα εγγράψετεθα εγγραφείςθα εγγραφείτε
θα εγγράψειθα εγγράψουν(ε)θα εγγραφείθα εγγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εγγράψει
θα έχω εγγεγραμμένο
θα έχουμε εγγράψει
θα έχουμε εγγεγραμμένο
θα έχω εγγραφεί
θα είμαι εγγεγραμμένος, -η
θα έχουμε εγγραφεί
θα είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
θα έχεις εγγράψει
θα έχεις εγγεγραμμένο
θα έχετε εγγράψει
θα έχετε εγγεγραμμένο
θα έχεις εγγραφεί
θα είσαι εγγεγραμμένος, -η
θα έχετε εγγραφεί
θα είστε εγγεγραμμένοι, -ες
θα έχει εγγράψει
θα έχει εγγεγραμμένο
θα έχουν εγγράψει
θα έχουν εγγεγραμμένο
θα έχει εγγραφεί
θα είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν εγγραφεί
θα είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εγγράφωνα εγγράφουμε, να εγγράφομενα εγγράφομαινα εγγραφόμαστε
να εγγράφειςνα εγγράφετενα εγγράφεσαινα εγγράφεστε, να εγγραφόσαστε
να εγγράφεινα εγγράφουν(ε)να εγγράφεταινα εγγράφονται
Aoristνα εγγράψωνα εγγράψουμε, να εγγράψομενα εγγραφώνα εγγραφούμε
να εγγράψειςνα εγγράψετενα εγγραφείνα εγγραφείτε
να εγγράψεινα εγγράψουν(ε)να εγγραφείνα εγγραφούν(ε)
Perfνα έχω εγγράψει
να έχω εγγεγραμμένο
να έχουμε εγγράψει
να έχουμε εγγεγραμμένο
να έχω εγγραφεί
να είμαι εγγεγραμμένος, -η
να έχουμε εγγραφεί
να είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
να έχεις εγγράψει
να έχεις εγγεγραμμένο
να έχετε εγγράψει
να έχετε εγγεγραμμένο
να έχεις εγγραφεί
να είσαι εγγεγραμμένος, -η
να έχετε εγγραφεί
να είστε εγγεγραμμένοι, -ες
να έχει εγγράψει
να έχει εγγεγραμμένο
να έχουν εγγράψει
να έχουν εγγεγραμμένο
να έχει εγγραφεί
να είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
να έχουν εγγραφεί
να είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presενέγραφεεγγράφετεεγγράφεστε
Aoristενέγραψεεγγράψτε, εγγράφτεεγγράψουεγγραφείτε
Part
izip
Presεγγράφονταςεγγραφόμενος
Perfέχοντας εγγράψει, έχοντας εγγεγραμμένοεγγεγραμμένος, -η, -οεγγεγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristεγγράψειεγγραφεί











Person Wortform
Präsens ich buche
du buchst
er, sie, es bucht
Präteritum ich buchte
Konjunktiv II ich buchte
Imperativ Singular buch!
buche!
Plural bucht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebucht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:buchen


Griechische Definition zu εγγράφω

εγγράφω [eŋγráfo] -ομαι αόρ. ενέγραψα, απαρέμφ. εγγράψει, παθ. αόρ. εγγράφτηκα και εγγράφηκα, απαρέμφ. εγγραφτεί και εγγραφεί, μππ. εγγεγραμμένος* : 1.(για πρόσ.) γράφω το όνομα κάποιου σε (επίσημο) κατάλογο, κατάσταση κτλ., ώστε να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να γίνει μέλος ενός συνόλου· γράφω4. ANT διαγράφω: Zητώ να με εγγράψετε στο μητρώο των μελών του συλλόγου σας. || Εγγράφομαι συνδρομητής σε ένα περιοδικό, γίνομαι συνδρομητής. Εγγράφομαι μέλος ενός συλλόγου, γίνομαι μέλος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εγγράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15