εγγράφω Verb  [engrafo, eggrafw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu εγγράφω

εγγράφω altgriechisch ἐγγράφω (σε ορισμένες σημασίες: (Lehnübersetzung) französisch inscrire)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
εγγράφως

Grammatik

Grammatik zu εγγράφω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εγγράφωεγγράφουμε, εγγράφομεεγγράφομαιεγγραφόμαστε
εγγράφειςεγγράφετεεγγράφεσαιεγγράφεστε, εγγραφόσαστε
εγγράφειεγγράφουν(ε)εγγράφεταιεγγράφονται
Imper
fekt
ενέγραφαεγγράφαμεεγγραφόμουν(α)εγγραφόμαστε, εγγραφόμασταν
ενέγραφεςεγγράφατεεγγραφόσουν(α)εγγραφόσαστε, εγγραφόσασταν
ενέγραφεενέγραφαν, εγγράφαν(ε)εγγραφόταν(ε)εγγράφονταν, εγγραφόντανε, εγγραφόντουσαν
Aoristενέγραψαεγγράψαμεεγγράφηκαεγγραφήκαμε
ενέγραψεςεγγράψατεεγγράφηκεςεγγραφήκατε
ενέγραψεενέγραψαν, εγγράψαν(ε)εγγράφηκεεγγράφηκαν, εγγραφήκαν(ε)
Per
fekt
έχω εγγράψει
έχω εγγεγραμμένο
έχουμε εγγράψει
έχουμε εγγεγραμμένο
έχω εγγραφεί
είμαι εγγεγραμμένος, -η
έχουμε εγγραφεί
είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
έχεις εγγράψει
έχεις εγγεγραμμένο
έχετε εγγράψει
έχετε εγγεγραμμένο
έχεις εγγραφεί
είσαι εγγεγραμμένος, -η
έχετε εγγραφεί
είστε εγγεγραμμένοι, -ες
έχει εγγράψει
έχει εγγεγραμμένο
έχουν εγγράψει
έχουν εγγεγραμμένο
έχει εγγραφεί
είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
έχουν εγγραφεί
είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα εγγράψει
είχα εγγεγραμμένο
είχαμε εγγράψει
είχαμε εγγεγραμμένο
είχα εγγραφεί
ήμουν εγγεγραμμένος, -η
είχαμε εγγραφεί
ήμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
είχες εγγράψει
είχες εγγεγραμμένο
είχατε εγγράψει
είχατε εγγεγραμμένο
είχες εγγραφεί
ήσουν εγγεγραμμένος, -η
είχατε εγγραφεί
ήσαστε εγγεγραμμένοι, -ες
είχε εγγράψει
είχε εγγεγραμμένο
είχαν εγγράψει
είχαν εγγεγραμμένο
είχε εγγραφεί
ήταν εγγεγραμμένος, -η, -ο
είχαν εγγραφεί
ήταν εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εγγράφωθα εγγράφουμε, θα εγγράφομεθα εγγράφομαιθα εγγραφόμαστε
θα εγγράφειςθα εγγράφετεθα εγγράφεσαιθα εγγράφεστε, θα εγγραφόσαστε
θα εγγράφειθα εγγράφουν(ε)θα εγγράφεταιθα εγγράφονται
Fut
ur
θα εγγράψωθα εγγράψουμε, θα εγγράψομεθα εγγραφώθα εγγραφούμε
θα εγγράψειςθα εγγράψετεθα εγγραφείςθα εγγραφείτε
θα εγγράψειθα εγγράψουν(ε)θα εγγραφείθα εγγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εγγράψει
θα έχω εγγεγραμμένο
θα έχουμε εγγράψει
θα έχουμε εγγεγραμμένο
θα έχω εγγραφεί
θα είμαι εγγεγραμμένος, -η
θα έχουμε εγγραφεί
θα είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
θα έχεις εγγράψει
θα έχεις εγγεγραμμένο
θα έχετε εγγράψει
θα έχετε εγγεγραμμένο
θα έχεις εγγραφεί
θα είσαι εγγεγραμμένος, -η
θα έχετε εγγραφεί
θα είστε εγγεγραμμένοι, -ες
θα έχει εγγράψει
θα έχει εγγεγραμμένο
θα έχουν εγγράψει
θα έχουν εγγεγραμμένο
θα έχει εγγραφεί
θα είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν εγγραφεί
θα είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εγγράφωνα εγγράφουμε, να εγγράφομενα εγγράφομαινα εγγραφόμαστε
να εγγράφειςνα εγγράφετενα εγγράφεσαινα εγγράφεστε, να εγγραφόσαστε
να εγγράφεινα εγγράφουν(ε)να εγγράφεταινα εγγράφονται
Aoristνα εγγράψωνα εγγράψουμε, να εγγράψομενα εγγραφώνα εγγραφούμε
να εγγράψειςνα εγγράψετενα εγγραφείνα εγγραφείτε
να εγγράψεινα εγγράψουν(ε)να εγγραφείνα εγγραφούν(ε)
Perfνα έχω εγγράψει
να έχω εγγεγραμμένο
να έχουμε εγγράψει
να έχουμε εγγεγραμμένο
να έχω εγγραφεί
να είμαι εγγεγραμμένος, -η
να έχουμε εγγραφεί
να είμαστε εγγεγραμμένοι, -ες
να έχεις εγγράψει
να έχεις εγγεγραμμένο
να έχετε εγγράψει
να έχετε εγγεγραμμένο
να έχεις εγγραφεί
να είσαι εγγεγραμμένος, -η
να έχετε εγγραφεί
να είστε εγγεγραμμένοι, -ες
να έχει εγγράψει
να έχει εγγεγραμμένο
να έχουν εγγράψει
να έχουν εγγεγραμμένο
να έχει εγγραφεί
να είναι εγγεγραμμένος, -η, -ο
να έχουν εγγραφεί
να είναι εγγεγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presενέγραφεεγγράφετεεγγράφεστε
Aoristενέγραψεεγγράψτε, εγγράφτεεγγράψουεγγραφείτε
Part
izip
Presεγγράφονταςεγγραφόμενος
Perfέχοντας εγγράψει, έχοντας εγγεγραμμένοεγγεγραμμένος, -η, -οεγγεγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristεγγράψειεγγραφεί













Griechische Definition zu εγγράφω

εγγράφω [eŋγráfo] -ομαι αόρ. ενέγραψα, απαρέμφ. εγγράψει, παθ. αόρ. εγγράφτηκα και εγγράφηκα, απαρέμφ. εγγραφτεί και εγγραφεί, μππ. εγγεγραμμένος* : 1.(για πρόσ.) γράφω το όνομα κάποιου σε (επίσημο) κατάλογο, κατάσταση κτλ., ώστε να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να γίνει μέλος ενός συνόλου· γράφω4. ANT διαγράφω: Zητώ να με εγγράψετε στο μητρώο των μελών του συλλόγου σας. || Εγγράφομαι συνδρομητής σε ένα περιοδικό, γίνομαι συνδρομητής. Εγγράφομαι μέλος ενός συλλόγου, γίνομαι μέλος. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback