διπλώνω  Verb  [diplono, thiplono, diplwnw]

Ähnliche Bedeutung wie διπλώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διπλώνω

... είναι ένας τύπος αυτοκινήτου στο οποίο η οροφή μπορεί να ανοίξει και διπλώνεται, μετατρέποντας το αυτοκίνητο από ένα κλειστό σε ένα ανοιχτό όχημα. Πολλά ...

... (με αντέκταση), που προέρχεται από θέμα με αρχική σημασία «περιτυλίγω, διπλώνω», ή από το αρχαιοελληνικό σπάργανον < *σπάργω (όπως μαρτυρείται από τον ...

... βάση των πτερύγων, η οποία επιτρέπει στα έντομα στη στάση ανάπαυσης να διπλώνουν τις πτέρυγες τους προς τα πίσω πάνω στην κοιλία. Αυτή η ικανότητα διπλώματος ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΠΛΩΝΩ
I fold
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διπλώνωδιπλώνουμε, διπλώνομεδιπλώνομαιδιπλωνόμαστε
διπλώνειςδιπλώνετεδιπλώνεσαιδιπλώνεστε, διπλωνόσαστε
διπλώνειδιπλώνουν(ε)διπλώνεταιδιπλώνονται
Imper
fekt
δίπλωναδιπλώναμεδιπλωνόμουν(α)διπλωνόμαστε, διπλωνόμασταν
δίπλωνεςδιπλώνατεδιπλωνόσουν(α)διπλωνόσαστε, διπλωνόσασταν
δίπλωνεδίπλωναν, διπλώναν(ε)διπλωνόταν(ε)διπλώνονταν, διπλωνόντανε, διπλωνόντουσαν
Aoristδίπλωσαδιπλώσαμεδιπλώθηκαδιπλωθήκαμε
δίπλωσεςδιπλώσατεδιπλώθηκεςδιπλωθήκατε
δίπλωσεδίπλωσαν, διπλώσαν(ε)διπλώθηκεδιπλώθηκαν, διπλωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διπλώσει
έχω διπλωμένο
έχουμε διπλώσει
έχουμε διπλωμένο
έχω διπλωθεί
είμαι διπλωμένος, -η
έχουμε διπλωθεί
είμαστε διπλωμένοι, -ες
έχεις διπλώσει
έχεις διπλωμένο
έχετε διπλώσει
έχετε διπλωμένο
έχεις διπλωθεί
είσαι διπλωμένος, -η
έχετε διπλωθεί
είστε διπλωμένοι, -ες
έχει διπλώσει
έχει διπλωμένο
έχουν διπλώσει
έχουν διπλωμένο
έχει διπλωθεί
είναι διπλωμένος, -η, -ο
έχουν διπλωθεί
είναι διπλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διπλώσει
είχα διπλωμένο
είχαμε διπλώσει
είχαμε διπλωμένο
είχα διπλωθεί
ήμουν διπλωμένος, -η
είχαμε διπλωθεί
ήμαστε διπλωμένοι, -ες
είχες διπλώσει
είχες διπλωμένο
είχατε διπλώσει
είχατε διπλωμένο
είχες διπλωθεί
ήσουν διπλωμένος, -η
είχατε διπλωθεί
ήσαστε διπλωμένοι, -ες
είχε διπλώσει
είχε διπλωμένο
είχαν διπλώσει
είχαν διπλωμένο
είχε διπλωθεί
ήταν διπλωμένος, -η, -ο
είχαν διπλωθεί
ήταν διπλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διπλώνωθα διπλώνουμε, θα διπλώνομεθα διπλώνομαιθα διπλωνόμαστε
θα διπλώνειςθα διπλώνετεθα διπλώνεσαιθα διπλώνεστε, θα διπλωνόσαστε
θα διπλώνειθα διπλώνουν(ε)θα διπλώνεταιθα διπλώνονται
Fut
ur
θα διπλώσωθα διπλώσουμε, θα διπλώσομεθα διπλωθώθα διπλωθούμε
θα διπλώσειςθα διπλώσετεθα διπλωθείςθα διπλωθείτε
θα διπλώσειθα διπλώσουνθα διπλωθείθα διπλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διπλώσει
θα έχω διπλωμένο
θα έχουμε διπλώσει
θα έχουμε διπλωμένο
θα έχω διπλωθεί
θα είμαι διπλωμένος, -η
θα έχουμε διπλωθεί
θα είμαστε διπλωμένοι, -ες
θα έχεις διπλώσει
θα έχεις διπλωμένο
θα έχετε διπλώσει
θα έχετε διπλωμένο
θα έχεις διπλωθεί
θα είσαι διπλωμένος, -η
θα έχετε διπλωθεί
θα είστε διπλωμένοι, -ες
θα έχει διπλώσει
θα έχει διπλωμένο
θα έχουν διπλώσει
θα έχουν διπλωμένο
θα έχει διπλωθεί
θα είναι διπλωμένος, -η, -ο
θα έχουν διπλωθεί
θα είναι διπλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διπλώνωνα διπλώνουμε, να διπλώνομενα διπλώνομαινα διπλωνόμαστε
να διπλώνειςνα διπλώνετενα διπλώνεσαινα διπλώνεστε, να διπλωνόσαστε
να διπλώνεινα διπλώνουν(ε)να διπλώνεταινα διπλώνονται
Aoristνα διπλώσωνα διπλώσουμε, να διπλώσομενα διπλωθώνα διπλωθούμε
να διπλώσειςνα διπλώσετενα διπλωθείςνα διπλωθείτε
να διπλώσεινα διπλώσουν(ε)να διπλωθείνα διπλωθούν(ε)
Perfνα έχω διπλώσει
να έχω διπλωμένο
να έχουμε διπλώσει
να έχουμε διπλωμένο
να έχω διπλωθεί
να είμαι διπλωμένος, -η
να έχουμε διπλωθεί
να είμαστε διπλωμένοι, -ες
να έχεις διπλώσει
να έχεις διπλωμένο
να έχετε διπλώσει
να έχετε διπλωμένο
να έχεις διπλωθεί
να είσαι διπλωμένος, -η
να έχετε διπλωθεί
να είστε διπλωμένοι, -ες
να έχει διπλώσει
να έχει διπλωμένο
να έχουν διπλώσει
να έχουν διπλωμένο
να έχει διπλωθεί
να είναι διπλωμένος, -η, -ο
να έχουν διπλωθεί
να είναι διπλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδίπλωνεδιπλώνετεδιπλώνεστε
Aoristδίπλωσεδιπλώστε, διπλώσετεδιπλώσουδιπλωθείτε
Part
izip
Presδιπλώνοντας
Perfέχοντας διπλώσει, έχοντας διπλωμένοδιπλωμένος, -η, -οδιπλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιπλώσειδιπλωθεί



Person Wortform
Präsens ich falze
du falzt
er, sie, es falzt
Präteritum ich falzte
Konjunktiv II ich falzte
Imperativ Singular falz!
falze!
Plural falzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefalzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:falzen














Griechische Definition zu διπλώνω

διπλώνω [δiplóno] -ομαι : 1. παίρνω τις δύο άκρες ενός κομματιού από ύφασμα, από χαρτί ή από άλλο παρόμοιο υλικό και τις ακουμπώ στις αντίστοιχες δύο άλλες άκρες, έτσι ώστε η μισή επιφάνειά του να καλύψει την υπόλοιπη: διπλώνω το γράμμα / το έγγραφο και το βάζω στο φάκελο. Σεντόνια διπλωμένα στα τέσσερα. || (παθ. για πρόσ.) λυγίζω πολύ το σώμα μου προς τα εμπρός: Διπλώθηκε (στα δύο) από τον πόνο / από το κρύο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διπλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15