διορίζω  Verb  [diorizo, thiorizo, diorizw]

Ähnliche Bedeutung wie διορίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διορίζω

... περιόδου η ομάδα που βρίσκεται στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια της κατηγορίας. Οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις ...

... τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ανακηρύσσοντας τη Λιθουανία ανεξάρτητο κράτος. 24 Φεβρουαρίου - Η Εσθονία ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της. 12 Μαρτίου ...

... -27 π.Χ.) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (27 π.Χ.-476 μ.Χ.) Ίδρυση της Ρώμης Ο Οκταβιανός ανακηρύσσεται Αύγουστος Πτώση της Ρώμης 753 π.Χ. 29 π.Χ. 476 μ.Χ. ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einstellen

... Ich muss die Scheinwerfer neu einstellen lassen. ...

... Wir sprechen darüber, wen wir einstellen sollten. ...

... Als wir 2008 angefangen haben, schrieben wir eine Liste von Leuten, die wir einstellen wollten, und dann gingen wir und stellten sie ein. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, Zaghawa

Grammatik


ΔΙΟΡΙΖΩ
I appoint
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διορίζωδιορίζουμε, διορίζομεδιορίζομαιδιοριζόμαστε
διορίζειςδιορίζετεδιορίζεσαιδιορίζεστε, διοριζόσαστε
διορίζειδιορίζουν(ε)διορίζεταιδιορίζονται
Imper
fekt
διόριζαδιορίζαμεδιοριζόμουν(α)διοριζόμαστε, διοριζόμασταν
διόριζεςδιορίζατεδιοριζόσουν(α)διοριζόσαστε, διοριζόσασταν
διόριζεδιόριζαν, διορίζαν(ε)διοριζόταν(ε)διορίζονταν, διοριζόντανε, διοριζόντουσαν
Aoristδιόρισαδιορίσαμεδιορίστηκαδιοριστήκαμε
διόρισεςδιορίσατεδιορίστηκεςδιοριστήκατε
διόρισεδιόρισαν, διορίσαν(ε)διορίστηκεδιορίστηκαν, διοριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω διορίσει
έχω διορισμένο
έχουμε διορίσει
έχουμε διορισμένο
έχω διοριστεί
είμαι διορισμένος, -η
έχουμε διοριστεί
είμαστε διορισμένοι, -ες
έχεις διορίσει
έχεις διορισμένο
έχετε διορίσει
έχετε διορισμένο
έχεις διοριστεί
είσαι διορισμένος, -η
έχετε διοριστεί
είστε διορισμένοι, -ες
έχει διορίσει
έχει διορισμένο
έχουν διορίσει
έχουν διορισμένο
έχει διοριστεί
είναι διορισμένος, -η, -ο
έχουν διοριστεί
είναι διορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διορίσει
είχα διορισμένο
είχαμε διορίσει
είχαμε διορισμένο
είχα διοριστεί
ήμουν διορισμένος, -η
είχαμε διοριστεί
ήμαστε διορισμένοι, -ες
είχες διορίσει
είχες διορισμένο
είχατε διορίσει
είχατε διορισμένο
είχες διοριστεί
ήσουν διορισμένος, -η
είχατε διοριστεί
ήσαστε διορισμένοι, -ες
είχε διορίσει
είχε διορισμένο
είχαν διορίσει
είχαν διορισμένο
είχε διοριστεί
ήταν διορισμένος, -η, -ο
είχαν διοριστεί
ήταν διορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διορίζωθα διορίζουμε, θα διορίζομεθα διορίζομαιθα διοριζόμαστε
θα διορίζειςθα διορίζετεθα διορίζεσαιθα διορίζεστε, θα διοριζόσαστε
θα διορίζειθα διορίζουν(ε)θα διορίζεταιθα διορίζονται
Fut
ur
θα διορίσωθα διορίσουμε, θα διορίζομεθα διοριστώθα διοριστούμε
θα διορίσειςθα διορίσετεθα διοριστείςθα διοριστείτε
θα διορίσειθα διορίσουν(ε)θα διοριστείθα διοριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διορίσει
θα έχω διορισμένο
θα έχουμε διορίσει
θα έχουμε διορισμένο
θα έχω διοριστεί
θα είμαι διορισμένος, -η
θα έχουμε διοριστεί
θα είμαστε διορισμένοι, -ες
θα έχεις διορίσει
θα έχεις διορισμένο
θα έχετε διορίσει
θα έχετε διορισμένο
θα έχεις διοριστεί
θα είσαι διορισμένος, -η
θα έχετε διοριστεί
θα είστε διορισμένοι, -ες
θα έχει διορίσει
θα έχει διορισμένο
θα έχουν διορίσει
θα έχουν διορισμένο
θα έχει διοριστεί
θα είναι διορισμένος, -η, -ο
θα έχουν διοριστεί
θα είναι διορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διορίζωνα διορίζουμε, να διορίζομενα διορίζομαινα διοριζόμαστε
να διορίζειςνα διορίζετενα διορίζεσαινα διορίζεστε, να διοριζόσαστε
να διορίζεινα διορίζουν(ε)να διορίζεταινα διορίζονται
Aoristνα διορίσωνα διορίσουμε, να διορίσομενα διοριστώνα διοριστούμε
να διορίσειςνα διορίσετενα διοριστείςνα διοριστείτε
να διορίσεινα διορίσουν(ε)να διοριστείνα διοριστούν(ε)
Perfνα έχω διορίσει
να έχω διορισμένο
να έχουμε διορίσει
να έχουμε διορισμένο
να έχω διοριστεί
να είμαι διορισμένος, -η
να έχουμε διοριστεί
να είμαστε διορισμένοι, -ες
να έχεις διορίσει
να έχεις διορισμένο
να έχετε διορίσει
να έχετε διορισμένο
να έχεις διοριστεί
να είσαι διορισμένος, -η
να έχετε διοριστεί
να είστε διορισμένοι, -ες
να έχει διορίσει
να έχει διορισμένο
να έχουν διορίσει
να έχουν διορισμένο
να έχει διοριστεί
να είναι διορισμένος, -η, -ο
να έχουν διοριστεί
να είναι διορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιόριζεδιορίζετεδιορίζεστε
Aoristδιόρισεδιορίστεδιορίσουδιοριστείτε
Part
izip
Presδιορίζονταςδιοριζόμενος
Perfέχοντας διορίσει, έχοντας διορισμένοδιορισμένος, -η, -οδιορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιορίσειδιοριστεί







Person Wortform
Präsens ich berufe
du berufst
er, sie, es beruft
Präteritum ich berief
Konjunktiv II ich beriefe
Imperativ Singular beruf!
Plural beruft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
berufen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:berufen




Griechische Definition zu διορίζω

διορίζω [δiorízo] -ομαι : 1. προσλαμβάνω κπ. ως υπάλληλο σε μια υπηρεσία κυρίως δημόσια και σε οργανική συνήθ. θέση: Tο υπουργείο θα διορίσει νέους εκπαιδευτικούς. Διορίστηκε ως καθηγητής. Είναι διορισμένος στην εφορία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διορίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15