διευθύνω  Verb  [diefthino, thiefthino, dieythynw]

Ähnliche Bedeutung wie διευθύνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διευθύνω

... Διευθύνων σύμβουλος είναι το υψηλότερο στην ιεραρχία διοικητικό στέλεχος μιας επιχείρησης, συνήθως ιδιωτικού δικαίου. ...

... (Μάιος-Δεκέμβριος) κατά την εποχή της παπικής πορνοκρατίας, όταν η Θεοδώρα μαζί με τις κόρες της Μαροζία και Θεοδώρα διεύθυναν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. ...

... στην Αμερική ιδρύθηκε το 1607 στο Τζέιμσταουν από τον Τζον Σμιθ και διευθυνόταν από την Εταιρεία της Βιρτζίνια, ένα παρακλάδι της οποίας ίδρυσε μια αποικία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze leiten

... Sehr edel! Doch ob Sie sich in der Praxis davon leiten lassen, darüber will ich nicht richten. ...

... Bitte leiten Sie meine Post an diese Adresse weiter. ...

... Metalle leiten Strom. ...

Quelle: al_ex_an_der, nemoli, Zaghawa

Grammatik


ΔΙΕΥΘΥΝΩ
I manage
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διευθύνωδιευθύνουμε, διευθύνομεδιευθύνομαιδιευθυνόμαστε
διευθύνειςδιευθύνετεδιευθύνεσαιδιευθύνεστε, διευθυνόσαστε
διευθύνειδιευθύνουν(ε)διευθύνεταιδιευθύνονται
Imper
fekt
διεύθυναδιευθύναμεδιευθυνόμουν(α)διευθυνόμαστε, διευθυνόμασταν
διεύθυνεςδιευθύνατεδιευθυνόσουν(α)διευθυνόσαστε, διευθυνόσασταν
διεύθυνεδιεύθυναν, διευθύναν(ε)διευθυνόταν(ε)διευθύνονταν, διευθυνόντανε, διευθυνόντουσαν
Aoristδιηύθυνα, διεύθυναδιευθύναμεδιευθύνθηκαδιευθυνθήκαμε
διηύθυνες, διεύθυνεςδιευθύνατεδιευθύνθηκεςδιευθυνθήκατε
διηύθυνε, διεύθυνεδιηύθυναν, διεύθυναν, διευθύναν(ε)διευθύνθηκεδιευθύνθηκαν, διευθυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διευθύνειέχουμε διευθύνειέχω διευθυνθείέχουμε διευθυνθεί
έχεις διευθύνειέχετε διευθύνειέχεις διευθυνθείέχετε διευθυνθεί
έχει διευθύνειέχουν διευθύνειέχει διευθυνθείέχουν διευθυνθεί
Plu
per
fect
είχα διευθύνειείχαμε διευθύνειείχα διευθυνθείείχαμε διευθυνθεί
είχες διευθύνειείχατε διευθύνειείχες διευθυνθείείχατε διευθυνθεί
είχε διευθύνειείχαν διευθύνειείχε διευθυνθείείχαν διευθυνθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διευθύνωθα διευθύνουμε, θα διευθύνομεθα διευθύνομαιθα διευθυνόμαστε
θα διευθύνειςθα διευθύνετεθα διευθύνεσαιθα διευθύνεστε, θα διευθυνόσαστε
θα διευθύνειθα διευθύνουν(ε)θα διευθύνεταιθα διευθύνονται
Fut
ur
θα διευθύνωθα διευθύνουμε, θα διευθύνομεθα διευθυνθώθα διευθυνθούμε
θα διευθύνειςθα διευθύνετεθα διευθυνθείςθα διευθυνθείτε
θα διευθύνειθα διευθύνουν(ε)θα διευθυνθείθα διευθυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διευθύνειθα έχουμε διευθύνειθα έχω διευθυνθείθα έχουμε διευθυνθεί
θα έχεις διευθύνειθα έχετε διευθύνειθα έχεις διευθυνθείθα έχετε διευθυνθεί
θα έχει διευθύνειθα έχουν διευθύνειθα έχει διευθυνθείθα έχουν διευθυνθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διευθύνωνα διευθύνουμε, να διευθύνομενα διευθύνομαινα διευθυνόμαστε
να διευθύνειςνα διευθύνετενα διευθύνεσαινα διευθύνεστε, να διευθυνόσαστε
να διευθύνεινα διευθύνουν(ε)να διευθύνεταινα διευθύνονται
Aoristνα διευθύνωνα διευθύνουμε, να διευθύνομενα διευθυνθώνα διευθυνθούμε
να διευθύνειςνα διευθύνετενα διευθυνθείςνα διευθυνθείτε
να διευθύνεινα διευθύνουν(ε)να διευθυνθείνα διευθυνθούν(ε)
Perfνα έχω διευθύνεινα έχουμε διευθύνεινα έχω διευθυνθείνα έχουμε διευθυνθεί
να έχεις διευθύνεινα έχετε διευθύνεινα έχεις διευθυνθείνα έχετε διευθυνθεί
να έχει διευθύνεινα έχουν διευθύνεινα έχει διευθυνθείνα έχουν διευθυνθεί
Imper
ativ
Presδιεύθυνεδιευθύνετεδιευθύνεστε
Aoristδιεύθυνεδιευθύνετεδιευθύνσουδιευθυνθείτε
Part
izip
Presδιευθύνοντας
Perfέχοντας διευθύνει
InfinAoristδιευθύνειδιευθυνθεί










Griechische Definition zu διευθύνω

διευθύνω [δiefθíno] -ομαι Ρ πρτ. και αόρ. διηύθυνα και (σπάν.) διεύθυνα, απαρέμφ. διευθύνει, παθ. αόρ. διευθύνθηκα, απαρέμφ. διευθυνθεί : I. είμαι υπεύθυνος για τη λειτουργία μιας επιχείρησης, υπηρεσίας κτλ., δίνω τις κατευθυντήριες γραμμές και έχω τη γενική εποπτεία: διευθύνω ένα εργοστάσιο / ένα ξενοδοχείο / ένα σχολείο. Διευθύνει καλά την υπηρεσία στην οποία είναι προϊστάμενος. Tου αρέσει να διευθύνει, του αρέσει να επιβάλλει τη γνώμη του στο οικογενειακό ή στο φιλικό περιβάλλον του. || διευθύνω μια συζήτηση, είμαι ο συντονιστής. || διευθύνω μια ορχήστρα / μια χορωδία, με τις κατάλληλες κινήσεις των χεριών συντονίζω ρυθμικά τους μουσικούς ή τους τραγουδιστές. II. στρέφω κτ. προς ένα ορισμένο σημείο: διευθύνω την κάννη του όπλου προς το στόχο. διευθύνω το τηλεσκόπιο / το βλέμμα προς τον ουρανό.

[λόγ. < ελνστ. διευθύνω `κάνω ίσιο, κυβερνώ΄ & σημδ. γαλλ. diriger]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διευθύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15