verwalten
 Verb

DeutschGriechisch
Ich muss nicht mehr persönlich dort sein, um alles zu wissen und die Stadt zu verwalten.Δεν χρειάζεται πια να είμαι εκεί για να ξέρω και για να διαχειρίζομαι την πόλη.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
kataferno">καταφέρωκαταφέρουμε, καταφέρομεκαταφέρομαικαταφερόμαστε
καταφέρειςκαταφέρετεκαταφέρεσαικαταφέρεστε, καταφερόσαστε
καταφέρεικαταφέρουν(ε)καταφέρεταικαταφέρονται
Imper
fekt
κατέφερακαταφέραμεκαταφερόμουν(α)καταφερόμαστε, καταφερόμασταν
κατέφερεςκαταφέρατεκαταφερόσουν(α)καταφερόσαστε, καταφερόσασταν
κατέφερεκατέφεραν, καταφέραν(ε)καταφερόταν(ε)καταφέρονταν, καταφερόντανε, καταφερόντουσαν
Aoristκατέφερακαταφέραμεκαταφέρθηκακαταφερθήκαμε
κατέφερεςκαταφέρατεκαταφέρθηκεςκαταφερθήκατε
κατέφερεκατέφεραν, καταφέραν(ε)καταφέρθηκεκαταφέρθηκαν, καταφερθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω καταφέρειέχουμε καταφέρειέχω καταφερθείέχουμε καταφερθεί
έχεις καταφέρειέχετε καταφέρειέχεις καταφερθείέχετε καταφερθεί
έχει καταφέρειέχουν καταφέρειέχει καταφερθείέχουν καταφερθεί
Plu
per
fekt
είχα καταφέρειείχαμε καταφέρειείχα καταφερθείείχαμε καταφερθεί
είχες καταφέρειείχατε καταφέρειείχες καταφερθείείχατε καταφερθεί
είχε καταφέρειείχαν καταφέρειείχε καταφερθείείχαν καταφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταφέρωθα καταφέρουμε, θα καταφέρομεθα καταφέρομαιθα καταφερόμαστε
θα καταφέρειςθα καταφέρετεθα καταφέρεσαιθα καταφέρεστε, θα καταφερόσαστε
θα καταφέρειθα καταφέρουν(ε)θα καταφέρεταιθα καταφέρονται
Fut
ur
θα καταφέρωθα καταφέρουμε, θα καταφέρομεθα καταφερθώθα καταφερθούμε
θα καταφέρειςθα καταφέρετεθα καταφερθείςθα καταφερθείτε
θα καταφέρειθα καταφέρουν(ε)θα καταφερθείθα καταφερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταφέρειθα έχουμε καταφέρειθα έχω καταφερθείθα έχουμε καταφερθεί
θα έχεις καταφέρειθα έχετε καταφέρειθα έχεις καταφερθείθα έχετε καταφερθεί
θα έχει καταφέρειθα έχουν καταφέρειθα έχει καταφερθείθα έχουν καταφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταφέρωνα καταφέρουμε, να καταφέρομενα καταφέρομαινα καταφερόμαστε
να καταφέρειςνα καταφέρετενα καταφέρεσαινα καταφέρεστε, να καταφερόσαστε
να καταφέρεινα καταφέρουν(ε)να καταφέρεταινα καταφέρονται
Aoristνα καταφέρωνα καταφέρουμε, να καταφέρομενα καταφερθώνα καταφερθούμε
να καταφέρειςνα καταφέρετενα καταφερθείςνα καταφερθείτε
να καταφέρεινα καταφέρουν(ε)να καταφερθείνα καταφερθούν(ε)
Perfνα έχω καταφέρεινα έχουμε καταφέρεινα έχω καταφερθείνα έχουμε καταφερθεί
να έχεις καταφέρεινα έχετε καταφέρεινα έχεις καταφερθείνα έχετε καταφερθεί
να έχει καταφέρεινα έχουν καταφέρεινα έχει καταφερθείνα έχουν καταφερθεί
Imper
ativ
Presκαταφέρεκαταφέρετεκαταφέρεστε
Aoristκατάφερεκαταφέρετε, καταφέρτεκαταφέρουκαταφερθείτε
Part
izip
Presκαταφέροντας
Perfέχοντας καταφέρει
InfinAoristκαταφέρεικαταφερθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback