καταφέρω  Verb  [katafero, kataferw]


Beispielsätze καταφέρω

... Κινηματογράφου. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα καθώς και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των όσκαρ ...

... της παρόμοιες δυσκολίες, αλλά δεν υπέκυψε τόσο σύντομα. Ο Ιουστινιανός κατάφερε να ξανακατακτήσει τη Βόρεια Αφρική και την Ιταλία, αλλά οι κτήσεις των ...

... προσόντα του: Ο 23χρονος διοικητής, σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, κατάφερε να διατηρήσει τον σεβασμό και την τάξη στο σώμα Στα τέλη του χρόνου, νέος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ziehen Sie durch

... Bitte ziehen Sie durch ist das erste und 2000 erschienene Studioalbum der Hamburger Hip-Hop- und Electropunk-Formation Deichkind. Das Album ist dem Genre ...

... Eduard Ziehen Theodor Ziehen (1862–1950), deutscher Neurologe und Psychiater Vult Ziehen (1899–1975), deutscher Psychiater, Sohn von Theodor Ziehen Siehe ...

... Die Kraniche ziehen (russisch Летят журавли / Letjat shurawli; alternativer deutscher Verleihtitel: Wenn die Kraniche ziehen) ist ein sowjetischer Spielfilm ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΤΑΦΕΡΩ
I inflict
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
kataferno">καταφέρωκαταφέρουμε, καταφέρομεκαταφέρομαικαταφερόμαστε
καταφέρειςκαταφέρετεκαταφέρεσαικαταφέρεστε, καταφερόσαστε
καταφέρεικαταφέρουν(ε)καταφέρεταικαταφέρονται
Imper
fekt
κατέφερακαταφέραμεκαταφερόμουν(α)καταφερόμαστε, καταφερόμασταν
κατέφερεςκαταφέρατεκαταφερόσουν(α)καταφερόσαστε, καταφερόσασταν
κατέφερεκατέφεραν, καταφέραν(ε)καταφερόταν(ε)καταφέρονταν, καταφερόντανε, καταφερόντουσαν
Aoristκατέφερακαταφέραμεκαταφέρθηκακαταφερθήκαμε
κατέφερεςκαταφέρατεκαταφέρθηκεςκαταφερθήκατε
κατέφερεκατέφεραν, καταφέραν(ε)καταφέρθηκεκαταφέρθηκαν, καταφερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω καταφέρειέχουμε καταφέρειέχω καταφερθείέχουμε καταφερθεί
έχεις καταφέρειέχετε καταφέρειέχεις καταφερθείέχετε καταφερθεί
έχει καταφέρειέχουν καταφέρειέχει καταφερθείέχουν καταφερθεί
Plu
per
fect
είχα καταφέρειείχαμε καταφέρειείχα καταφερθείείχαμε καταφερθεί
είχες καταφέρειείχατε καταφέρειείχες καταφερθείείχατε καταφερθεί
είχε καταφέρειείχαν καταφέρειείχε καταφερθείείχαν καταφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταφέρωθα καταφέρουμε, θα καταφέρομεθα καταφέρομαιθα καταφερόμαστε
θα καταφέρειςθα καταφέρετεθα καταφέρεσαιθα καταφέρεστε, θα καταφερόσαστε
θα καταφέρειθα καταφέρουν(ε)θα καταφέρεταιθα καταφέρονται
Fut
ur
θα καταφέρωθα καταφέρουμε, θα καταφέρομεθα καταφερθώθα καταφερθούμε
θα καταφέρειςθα καταφέρετεθα καταφερθείςθα καταφερθείτε
θα καταφέρειθα καταφέρουν(ε)θα καταφερθείθα καταφερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταφέρειθα έχουμε καταφέρειθα έχω καταφερθείθα έχουμε καταφερθεί
θα έχεις καταφέρειθα έχετε καταφέρειθα έχεις καταφερθείθα έχετε καταφερθεί
θα έχει καταφέρειθα έχουν καταφέρειθα έχει καταφερθείθα έχουν καταφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταφέρωνα καταφέρουμε, να καταφέρομενα καταφέρομαινα καταφερόμαστε
να καταφέρειςνα καταφέρετενα καταφέρεσαινα καταφέρεστε, να καταφερόσαστε
να καταφέρεινα καταφέρουν(ε)να καταφέρεταινα καταφέρονται
Aoristνα καταφέρωνα καταφέρουμε, να καταφέρομενα καταφερθώνα καταφερθούμε
να καταφέρειςνα καταφέρετενα καταφερθείςνα καταφερθείτε
να καταφέρεινα καταφέρουν(ε)να καταφερθείνα καταφερθούν(ε)
Perfνα έχω καταφέρεινα έχουμε καταφέρεινα έχω καταφερθείνα έχουμε καταφερθεί
να έχεις καταφέρεινα έχετε καταφέρεινα έχεις καταφερθείνα έχετε καταφερθεί
να έχει καταφέρεινα έχουν καταφέρεινα έχει καταφερθείνα έχουν καταφερθεί
Imper
ativ
Presκαταφέρεκαταφέρετεκαταφέρεστε
Aoristκατάφερεκαταφέρετε, καταφέρτεκαταφέρουκαταφερθείτε
Part
izip
Presκαταφέροντας
Perfέχοντας καταφέρει
InfinAoristκαταφέρεικαταφερθεί




Griechische Definition zu καταφέρω

καταφέρω [kataféro] -εται Ρ αόρ. κατέφερα, απαρέμφ. καταφέρει, παθ. αόρ. καταφέρθηκε, απαρέμφ. καταφερθεί & καταφέρνω 2 [kataférno] -εται Ρ αόρ. κατάφερα, απαρέμφ. καταφέρει, παθ. αόρ. καταφέρθηκε, απαρέμφ. καταφερθεί : πετώ κτ. με ορμή εναντίον κάποιου: Tου κατέφερε ένα θανατηφόρο χτύπημα. Mου κατάφερε την καρέκλα στο κεφάλι. || (μτφ.): Ο πόλεμος κατέφερε βαρύ πλήγμα στην οικονομία της χώρας. Στην οικονομία μας καταφέρθηκε βαρύ πλήγμα.

[λόγ. < αρχ. καταφέρω (δες καταφέρνω 1) στην ελνστ. σημ.: `δίνω χτύπημα΄· προσαρμ. στη δημοτ. κατά το φέρω > φέρνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταφέρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15