διεγείρω  Verb  [diegiro, diejiro, thiegiro, diegeirw]

Ähnliche Bedeutung wie διεγείρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διεγείρω

... αποτροπιασμένος. Αν και είχε χρησιμοποιήσει διάφορες μορφές βασανιστηρίων για να διεγείρει τα πάθη του, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τις μαζικές εκτελέσεις που ...

... ανιόντα βρωμίου. Όταν ένα φωτόνιο συγκρουστεί με ανιόν βρωμίου, τότε αυτό διεγείρεται και, αποβάλλοντας ένα ηλεκτρόνιο, μετατρέπεται σε άτομο βρωμίου. Το ελεύθερο ...

... και στο πάγκρεας. διεγείρει την έκκριση ύδατος και ηλεκτρολυτών από το ήπαρ, το πάγκρεας και τον βλεννογόνο του εντέρου. διεγείρει την έκκριση ενζύμων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufwiegeln

... Begriff die Hetzjagd. Abgeleitet vom Verb hetzen für ‚jagen, antreiben, aufwiegeln‘, mhd. hetzen ‚jagen, antreiben‘, besteht eine kausative Bildung zu hassen ...

... Die politische Agitation (lat. agitare ‚aufregen‘, ‚aufwiegeln‘) steht für: (abwertend) die meist aggressive Beeinflussung anderer in politischer Hinsicht ...

... Ohneland) sichern und gleichzeitig das englische Volk zum Bürgerkrieg aufwiegeln, um dem Franzosenkönig Philipp eine Invasion in England zu ermöglichen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΕΓΕΙΡΩ
I arouse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διεγείρωδιεγείρουμε, διεγείρομεδιεγείρομαιδιεγειρόμαστε
διεγείρειςδιεγείρετεδιεγείρεσαιδιεγείρεστε, διεγειρόσαστε
διεγείρειδιεγείρουν(ε)διεγείρεταιδιεγείρονται
Imper
fekt
διήγειρα, διέγειραδιεγείραμεδιεγειρόμουν(α)διεγειρόμαστε
διήγειρες, διέγειρεςδιεγείρατεδιεγειρόσουν(α)διεγειρόσαστε
διήγειρε, διέγειρεδιήγειραν, διεγείραν(ε)διεγειρόταν(ε)διεγείρονταν
Aoristδιήγειρα, διέγειραδιεγείραμεδιεγέρθηκαδιεγερθήκαμε
διήγειρες, διέγειρεςδιεγείρατεδιεγέρθηκεςδιεγερθήκατε
διήγειρε, διέγειρεδιήγειραν, διεγείραν(ε)διεγέρθηκεδιεγέρθηκαν, διεγερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διεγείρειέχουμε διεγείρειέχω διεγερθεί
είμαι διεγερμένος, -η
έχουμε διεγερθεί
είμαστε διεγερμένοι, -ες
έχεις διεγείρειέχετε διεγείρειέχεις διεγερθεί
είσαι διεγερμένος, -η
έχετε διεγερθεί
είστε διεγερμένοι, -ες
έχει διεγείρειέχουν διεγείρειέχει διεγερθεί
είναι διεγερμένος, -η, -ο
έχουν διεγερθεί
είναι διεγερμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διεγείρειείχαμε διεγείρειείχα διεγερθεί
ήμουν διεγερμένος, -η
είχαμε διεγερθεί
ήμαστε διεγερμένοι, -ες
είχες διεγείρειείχατε διεγείρειείχες διεγερθεί
ήσουν διεγερμένος, -η
είχατε διεγερθεί
ήσαστε διεγερμένοι, -ες
είχε διεγείρειείχαν διεγείρειείχε διεγερθεί
ήταν διεγερμένος, -η, -ο
είχαν διεγερθεί
ήταν διεγερμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διεγείρωθα διεγείρουμε, θα διεγείρομεθα διεγείρομαιθα διεγειρόμαστε
θα διεγείρειςθα διεγείρετεθα διεγείρεσαιθα διεγείρεστε, θα διεγειρόσαστε
θα διεγείρειθα διεγείρουν(ε)θα διεγείρεταιθα διεγείρονται
Fut
ur
θα διεγείρωθα διεγείρουμε, θα διεγείρομεθα διεγερθώθα διεγερθούμε
θα διεγείρειςθα διεγείρετεθα διεγερθείςθα διεγερθείτε
θα διεγείρειθα διεγείρουν(ε)θα διεγερθείθα διεγερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διεγείρειθα έχουμε διεγείρειθα έχω διεγερθεί
θα είμαι διεγερμένος, -η
θα έχουμε διεγερθεί
θα είμαστε διεγερμένοι, -ες
θα έχεις διεγείρειθα έχετε διεγείρειθα έχεις διεγερθεί
θα είσαι διεγερμένος, -η
θα έχετε διεγερθεί
θα είστε διεγερμένοι, -ες
θα έχει διεγείρειθα έχουν διεγείρειθα έχει διεγερθεί
θα είναι διεγερμένος, -η, -ο
θα έχουν διεγερθεί
θα είναι διεγερμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διεγείρωνα διεγείρουμε, να διεγείρομενα διεγείρομαινα διεγειρόμαστε
να διεγείρειςνα διεγείρετενα διεγείρεσαινα διεγείρεστε, να διεγειρόσαστε
να διεγείρεινα διεγείρουν(ε)να διεγείρεταινα διεγείρονται
Aoristνα διεγείρωνα διεγείρουμε, να διεγείρομενα διεγερθώνα διεγερθούμε
να διεγείρειςνα διεγείρετενα διεγερθείςνα διεγερθείτε
να διεγείρεινα διεγείρουν(ε)να διεγερθείνα διεγερθούν(ε)
Perfνα έχω διεγείρεινα έχουμε διεγείρεινα έχω διεγερθεί
να είμαι διεγερμένος, -η
να έχουμε διεγερθεί
να είμαστε διεγερμένοι, -ες
να έχεις διεγείρεινα έχετε διεγείρεινα έχεις διεγερθεί
να είσαι διεγερμένος, -η
να έχετε διεγερθεί
να είστε διεγερμένοι, -ες
να έχει διεγείρεινα έχουν διεγείρεινα έχει διεγερθεί
να είναι διεγερμένος, -η, -ο
να έχουν διεγερθεί
να είναι διεγερμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέγειρεδιεγείρετεδιεγείρεστε
Aoristδιέγειρεδιεγείρετε(διεγέρσου)διεγερθείτε
Part
izip
Presδιεγείρονταςδιεγειρόμενος
Perfέχοντας διεγείρειδιεγερμένος, -η, -οδιεγερμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιεγείρειδιεγερθεί










Griechische Definition zu διεγείρω

διεγείρω [δiejíro] -ομαι Ρ (βλ. εγείρω) μππ. διεγερμένος : προκαλώ μια αντίδραση. 1. για ερέθισμα που ενεργοποιεί μια φυσική ή νοητική λειτουργία η οποία βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση ή σε αδράνεια: Ο εγκέφαλος διεγείρεται μέσο των αισθητήριων οργάνων. Οσμές που διεγείρουν την όρεξη. H καφεΐνη διεγείρει το νευρικό σύστημα. Παραστάσεις που διεγείρουν το ενδιαφέρον / τη φαντασία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διεγείρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15