erregen
 Verb

ερεθίζω Verb
(1)
προκαλώ Verb
(0)
αναστατώνω Verb
(0)
ανάβω Verb
(0)
διεγείρω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wenn ich dich nämlich erregen sollte, könnte ich das verstehen.Αν σε ερεθίζω, σε καταλαβαίνω απόλυτα, Κιντ.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
erregen
wachrufen
Ähnliche Wörter
erregend

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ερεθίζωερεθίζουμε, ερεθίζομεερεθίζομαιερεθιζόμαστε
ερεθίζειςερεθίζετεερεθίζεσαιερεθίζεστε, ερεθιζόσαστε
ερεθίζειερεθίζουν(ε)ερεθίζεταιερεθίζονται
Imper
fekt
ερέθιζαερεθίζαμεερεθιζόμουν(α)ερεθιζόμαστε, ερεθιζόμασταν
ερέθιζεςερεθίζατεερεθιζόσουν(α)ερεθιζόσαστε, ερεθιζόσασταν
ερέθιζεερέθιζαν, ερεθίζαν(ε)ερεθιζόταν(ε)ερεθίζονταν, ερεθιζόντανε, ερεθιζόντουσαν
Aoristερέθισαερεθίσαμεερεθίστηκαερεθιστήκαμε
ερέθισεςερεθίσατεερεθίστηκεςερεθιστήκατε
ερέθισεερέθισαν, ερεθίσαν(ε)ερεθίστηκεερεθίστηκαν, ερεθιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ερεθίσει
έχω ερεθισμένο
έχουμε ερεθίσει
έχουμε ερεθισμένο
έχω ερεθιστεί
είμαι ερεθισμένος, -η
έχουμε ερεθιστεί
είμαστε ερεθισμένοι, -ες
έχεις ερεθίσει
έχεις ερεθισμένο
έχετε ερεθίσει
έχετε ερεθισμένο
έχεις ερεθιστεί
είσαι ερεθισμένος, -η
έχετε ερεθιστεί
είστε ερεθισμένοι, -ες
έχει ερεθίσει
έχει ερεθισμένο
έχουν ερεθίσει
έχουν ερεθισμένο
έχει ερεθιστεί
είναι ερεθισμένος, -η, -ο
έχουν ερεθιστεί
είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ερεθίσει
είχα ερεθισμένο
είχαμε ερεθίσει
είχαμε ερεθισμένο
είχα ερεθιστεί
ήμουν ερεθισμένος, -η
είχαμε ερεθιστεί
ήμαστε ερεθισμένοι, -ες
είχες ερεθίσει
είχες ερεθισμένο
είχατε ερεθίσει
είχατε ερεθισμένο
είχες ερεθιστεί
ήσουν ερεθισμένος, -η
είχατε ερεθιστεί
ήσαστε ερεθισμένοι, -ες
είχε ερεθίσει
είχε ερεθισμένο
είχαν ερεθίσει
είχαν ερεθισμένο
είχε ερεθιστεί
ήταν ερεθισμένος, -η, -ο
είχαν ερεθιστεί
ήταν ερεθισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ερεθίζωθα ερεθίζουμε, θα ερεθίζομεθα ερεθίζομαιθα ερεθιζόμαστε
θα ερεθίζειςθα ερεθίζετεθα ερεθίζεσαιθα ερεθίζεστε, θα ερεθιζόσαστε
θα ερεθίζειθα ερεθίζουν(ε)θα ερεθίζεταιθα ερεθίζονται
Fut
ur
θα ερεθίσωθα ερεθίσουμε, θα ερεθίζομεθα ερεθιστώθα ερεθιστούμε
θα ερεθίσειςθα ερεθίσετεθα ερεθιστείςθα ερεθιστείτε
θα ερεθίσειθα ερεθίσουν(ε)θα ερεθιστείθα ερεθιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ερεθίσει
θα έχω ερεθισμένο
θα έχουμε ερεθίσει
θα έχουμε ερεθισμένο
θα έχω ερεθιστεί
θα είμαι ερεθισμένος, -η
θα έχουμε ερεθιστεί
θα είμαστε ερεθισμένοι, -ες
θα έχεις ερεθίσει
θα έχεις ερεθισμένο
θα έχετε ερεθίσει
θα έχετε ερεθισμένο
θα έχεις ερεθιστεί
θα είσαι ερεθισμένος, -η
θα έχετε ερεθιστεί
θα είστε ερεθισμένοι, -ες
θα έχει ερεθίσει
θα έχει ερεθισμένο
θα έχουν ερεθίσει
θα έχουν ερεθισμένο
θα έχει ερεθιστεί
θα είναι ερεθισμένος, -η, -ο
θα έχουν ερεθιστεί
θα είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ερεθίζωνα ερεθίζουμε, να ερεθίζομενα ερεθίζομαινα ερεθιζόμαστε
να ερεθίζειςνα ερεθίζετενα ερεθίζεσαινα ερεθίζεστε, να ερεθιζόσαστε
να ερεθίζεινα ερεθίζουν(ε)να ερεθίζεταινα ερεθίζονται
Aoristνα ερεθίσωνα ερεθίσουμε, να ερεθίσομενα ερεθιστώνα ερεθιστούμε
να ερεθίσειςνα ερεθίσετενα ερεθιστείςνα ερεθιστείτε
να ερεθίσεινα ερεθίσουν(ε)να ερεθιστείνα ερεθιστούν(ε)
Perfνα έχω ερεθίσει
να έχω ερεθισμένο
να έχουμε ερεθίσει
να έχουμε ερεθισμένο
να έχω ερεθιστεί
να είμαι ερεθισμένος, -η
να έχουμε ερεθιστεί
να είμαστε ερεθισμένοι, -ες
να έχεις ερεθίσει
να έχεις ερεθισμένο
να έχετε ερεθίσει
να έχετε ερεθισμένο
να έχεις ερεθιστεί
να είσαι ερεθισμένος, -η
να έχετε ερεθιστεί
να είστε ερεθισμένοι, -ες
να έχει ερεθίσει
να έχει ερεθισμένο
να έχουν ερεθίσει
να έχουν ερεθισμένο
να έχει ερεθιστεί
να είναι ερεθισμένος, -η, -ο
να έχουν ερεθιστεί
να είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presερέθιζεερεθίζετεερεθίζεστε
Aoristερέθισεερεθίστεερεθίσουερεθιστείτε
Part
izip
Presερεθίζονταςερεθιζόμενος
Perfέχοντας ερεθίσει, έχοντας ερεθισμένοερεθισμένος, -η, -οερεθισμένοι, -ες, -α
InfinAoristερεθίσειερεθιστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προκαλώπροκαλούμεπροκαλούμαιπροκαλούμαστε
προκαλείςπροκαλείτεπροκαλείσαιπροκαλείστε
προκαλείπροκαλούν(ε)προκαλείταιπροκαλούνται
Imper
fekt
προκαλούσαπροκαλούσαμε
προκαλούσεςπροκαλούσατε
προκαλούσεπροκαλούσαν(ε)προκαλούνταν, προκαλείτοπροκαλούνταν, προκαλούντο
Aoristπροκάλεσαπροκαλέσαμεπροκλήθηκαπροκληθήκαμε
προκάλεσεςπροκαλέσατεπροκλήθηκεςπροκληθήκατε
προκάλεσεπροκάλεσαν, προκαλέσαν(ε)προκλήθηκεπροκλήθηκαν, προκληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προκαλέσειέχουμε προκαλέσειέχω προκληθείέχουμε προκληθεί
έχεις προκαλέσειέχετε προκαλέσειέχεις προκληθείέχετε προκληθεί
έχει προκαλέσειέχουν προκαλέσειέχει προκληθείέχουν προκληθεί
Plu
perf
ekt
είχα προκαλέσειείχαμε προκαλέσειείχα προκληθείείχαμε προκληθεί
είχες προκαλέσειείχατε προκαλέσειείχες προκληθείείχατε προκληθεί
είχε προκαλέσειείχαν προκαλέσειείχε προκληθείείχαν προκληθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προκαλώθα προκαλούμεθα προκαλούμαιθα προκαλούμαστε
θα προκαλείςθα προκαλείτεθα προκαλείσαιθα προκαλείστε
θα προκαλείθα προκαλούν(ε)θα προκαλείταιθα προκαλούνται
Fut
ur
θα προκαλέσωθα προκαλέσουμε, θα προκαλέσομεθα προκληθώθα προκληθούμε
θα προκαλέσειςθα προκαλέσετεθα προκληθείςθα προκληθείτε
θα προκαλέσειθα προκαλέσουν(ε)θα προκληθείθα προκληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προκαλέσειθα έχουμε προκαλέσειθα έχω προκληθείθα έχουμε προκληθεί
θα έχεις προκαλέσειθα έχετε προκαλέσειθα έχεις προκληθείθα έχετε προκληθεί
θα έχει προκαλέσειθα έχουν προκαλέσειθα έχει προκληθείθα έχουν προκληθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προκαλώνα προκαλούμενα προκαλούμαινα προκαλούμαστε
να προκαλείςνα προκαλείτενα προκαλείσαινα προκαλείστε
να προκαλείνα προκαλούν(ε)να προκαλείταινα προκαλούνται
Aoristνα προκαλέσωνα προκαλέσουμε, να προκαλέσομενα προκληθώνα προκληθούμε
να προκαλέσειςνα προκαλέσετενα προκληθείςνα προκληθείτε
να προκαλέσεινα προκαλέσουν(ε)να προκληθείνα προκληθούν(ε)
Perfνα έχω προκαλέσεινα έχουμε προκαλέσεινα έχω προκληθείνα έχουμε προκληθεί
να έχεις προκαλέσεινα έχετε προκαλέσεινα έχεις προκληθείνα έχετε προκληθεί
να έχει προκαλέσεινα έχουν προκαλέσεινα έχει προκληθείνα έχουν προκληθεί
Imper
ativ
Presπροκαλείτεπροκαλείστε
Aoristπροκάλεσεπροκαλέστε, προκαλέσετεπροκληθείτε
Part
izip
Presπροκαλώνταςπροκαλούμενος
Perfέχοντας προκαλέσει
InfinAoristπροκαλέσειπροκληθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναστατώνωαναστατώνουμε, αναστατώνομεαναστατώνομαιαναστατωνόμαστε
αναστατώνειςαναστατώνετεαναστατώνεσαιαναστατώνεστε, αναστατωνόσαστε
αναστατώνειαναστατώνουν(ε)αναστατώνεταιαναστατώνονται
Imper
fekt
αναστάτωνααναστατώναμεαναστατωνόμουν(α)αναστατωνόμαστε, αναστατωνόμασταν
αναστάτωνεςαναστατώνατεαναστατωνόσουν(α)αναστατωνόσαστε, αναστατωνόσασταν
αναστάτωνεαναστάτωναν, αναστατώναν(ε)αναστατωνόταν(ε)αναστατώνονταν, αναστατωνόντανε, αναστατωνόντουσαν
Aoristαναστάτωσααναστατώσαμεαναστατώθηκααναστατωθήκαμε
αναστάτωσεςαναστατώσατεαναστατώθηκεςαναστατωθήκατε
αναστάτωσεαναστάτωσαν, αναστατώσαν(ε)αναστατώθηκεαναστατώθηκαν, αναστατωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αναστατώσει
έχω αναστατωμένο
έχουμε αναστατώσει
έχουμε αναστατωμένο
έχω αναστατωθεί
είμαι αναστατωμένος, -η
έχουμε αναστατωθεί
είμαστε αναστατωμένοι, -ες
έχεις αναστατώσει
έχεις αναστατωμένο
έχετε αναστατώσει
έχετε αναστατωμένο
έχεις αναστατωθεί
είσαι αναστατωμένος, -η
έχετε αναστατωθεί
είστε αναστατωμένοι, -ες
έχει αναστατώσει
έχει αναστατωμένο
έχουν αναστατώσει
έχουν αναστατωμένο
έχει αναστατωθεί
είναι αναστατωμένος, -η, -ο
έχουν αναστατωθεί
είναι αναστατωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αναστατώσει
είχα αναστατωμένο
είχαμε αναστατώσει
είχαμε αναστατωμένο
είχα αναστατωθεί
ήμουν αναστατωμένος, -η
είχαμε αναστατωθεί
ήμαστε αναστατωμένοι, -ες
είχες αναστατώσει
είχες αναστατωμένο
είχατε αναστατώσει
είχατε αναστατωμένο
είχες αναστατωθεί
ήσουν αναστατωμένος, -η
είχατε αναστατωθεί
ήσαστε αναστατωμένοι, -ες
είχε αναστατώσει
είχε αναστατωμένο
είχαν αναστατώσει
είχαν αναστατωμένο
είχε αναστατωθεί
ήταν αναστατωμένος, -η, -ο
είχαν αναστατωθεί
ήταν αναστατωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναστατώνωθα αναστατώνουμε, θα αναστατώνομεθα αναστατώνομαιθα αναστατωνόμαστε
θα αναστατώνειςθα αναστατώνετεθα αναστατώνεσαιθα αναστατώνεστε, θα αναστατωνόσαστε
θα αναστατώνειθα αναστατώνουν(ε)θα αναστατώνεταιθα αναστατώνονται
Fut
ur
θα αναστατώσωθα αναστατώσουμε, θα αναστατώσομεθα αναστατωθώθα αναστατωθούμε
θα αναστατώσειςθα αναστατώσετεθα αναστατωθείςθα αναστατωθείτε
θα αναστατώσειθα αναστατώσουνθα αναστατωθείθα αναστατωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναστατώσει
θα έχω αναστατωμένο
θα έχουμε αναστατώσει
θα έχουμε αναστατωμένο
θα έχω αναστατωθεί
θα είμαι αναστατωμένος, -η
θα έχουμε αναστατωθεί
θα είμαστε αναστατωμένοι, -ες
θα έχεις αναστατώσει
θα έχεις αναστατωμένο
θα έχετε αναστατώσει
θα έχετε αναστατωμένο
θα έχεις αναστατωθεί
θα είσαι αναστατωμένος, -η
θα έχετε αναστατωθεί
θα είστε αναστατωμένοι, -ες
θα έχει αναστατώσει
θα έχει αναστατωμένο
θα έχουν αναστατώσει
θα έχουν αναστατωμένο
θα έχει αναστατωθεί
θα είναι αναστατωμένος, -η, -ο
θα έχουν αναστατωθεί
θα είναι αναστατωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναστατώνωνα αναστατώνουμε, να αναστατώνομενα αναστατώνομαινα αναστατωνόμαστε
να αναστατώνειςνα αναστατώνετενα αναστατώνεσαινα αναστατώνεστε, να αναστατωνόσαστε
να αναστατώνεινα αναστατώνουν(ε)να αναστατώνεταινα αναστατώνονται
Aoristνα αναστατώσωνα αναστατώσουμε, να αναστατώσομενα αναστατωθώνα αναστατωθούμε
να αναστατώσειςνα αναστατώσετενα αναστατωθείςνα αναστατωθείτε
να αναστατώσεινα αναστατώσουν(ε)να αναστατωθείνα αναστατωθούν(ε)
Perfνα έχω αναστατώσει
να έχω αναστατωμένο
να έχουμε αναστατώσει
να έχουμε αναστατωμένο
να έχω αναστατωθεί
να είμαι αναστατωμένος, -η
να έχουμε αναστατωθεί
να είμαστε αναστατωμένοι, -ες
να έχεις αναστατώσει
να έχεις αναστατωμένο
να έχετε αναστατώσει
να έχετε αναστατωμένο
να έχεις αναστατωθεί
να είσαι αναστατωμένος, -η
να έχετε αναστατωθεί
να είστε αναστατωμένοι, -ες
να έχει αναστατώσει
να έχει αναστατωμένο
να έχουν αναστατώσει
να έχουν αναστατωμένο
να έχει αναστατωθεί
να είναι αναστατωμένος, -η, -ο
να έχουν αναστατωθεί
να είναι αναστατωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαναστάτωνεαναστατώνετεαναστατώνεστε
Aoristαναστάτωσεαναστατώσετε, αναστατώστεαναστατώσουαναστατωθείτε
Part
izip
Presαναστατώνοντας
Perfέχοντας αναστατώσει, έχοντας αναστατωμένοαναστατωμένος, -η, -οαναστατωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναστατώσειαναστατωθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανάβωανάβουμε, ανάβομεανάβομαιαναβόμαστε
ανάβειςανάβετεανάβεσαιανάβεστε, αναβόσαστε
ανάβειανάβουν(ε)ανάβεταιανάβονται
Imper
fekt
άναβαανάβαμεαναβόμουν(α)αναβόμαστε, αναβόμασταν
άναβεςανάβατεαναβόσουν(α)αναβόσαστε, αναβόσασταν
άναβεάναβαν, ανάβαν(ε)αναβόταν(ε)ανάβονταν, αναβόντανε, αναβόντουσαν
Aoristάναψαανάψαμεανάφτηκααναφτήκαμε
άναψεςανάψατεανάφτηκεςαναφτήκατε
άναψεάναψαν, ανάψαν(ε)ανάφτηκεανάφτηκαν, αναφτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ανάψει
έχω αναμμένο
έχουμε ανάψει
έχουμε αναμμένο
έχω αναφτεί
είμαι αναμμένος, -η
έχουμε αναφτεί
είμαστε αναμμένοι, -ες
έχεις ανάψει
έχεις αναμμένο
έχετε ανάψει
έχετε αναμμένο
έχεις αναφτεί
είσαι αναμμένος, -η
έχετε αναφτεί
είστε αναμμένοι, -ες
έχει ανάψει
έχει αναμμένο
έχουν ανάψει
έχουν αναμμένο
έχει αναφτεί
είναι αναμμένος, -η, -ο
έχουν αναφτεί
είναι αναμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ανάψει
είχα αναμμένο
είχαμε ανάψει
είχαμε αναμμένο
είχα αναφτεί
ήμουν αναμμένος, -η
είχαμε αναφτεί
ήμαστε αναμμένοι, -ες
είχες ανάψει
είχες αναμμένο
είχατε ανάψει
είχατε αναμμένο
είχες αναφτεί
ήσουν αναμμένος, -η
είχατε αναφτεί
ήσαστε αναμμένοι, -ες
είχε ανάψει
είχε αναμμένο
είχαν ανάψει
είχαν αναμμένο
είχε αναφτεί
ήταν αναμμένος, -η, -ο
είχαν αναφτεί
ήταν αναμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανάβωθα ανάβουμε, θα ανάβομεθα ανάβομαιθα αναβόμαστε
θα ανάβειςθα ανάβετεθα ανάβεσαιθα ανάβεστε, θα αναβόσαστε
θα ανάβειθα ανάβουν(ε)θα ανάβεταιθα ανάβονται
Fut
ur
θα ανάψωθα ανάψουμε, θα ανάψομεθα αναφτώθα αναφτούμε
θα ανάψειςθα ανάψετεθα αναφτείςθα αναφτείτε
θα ανάψειθα ανάψουν(ε)θα αναφτείθα αναφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανάψει
θα έχω αναμμένο
θα έχουμε ανάψει
θα έχουμε αναμμένο
θα έχω αναφτεί
θα είμαι αναμμένος, -η
θα έχουμε αναφτεί
θα είμαστε αναμμένοι, -ες
θα έχεις ανάψει
θα έχεις αναμμένο
θα έχετε ανάψει
θα έχετε αναμμένο
θα έχεις αναφτεί
θα είσαι αναμμένος, -η
θα έχετε αναφτεί
θα είστε αναμμένοι, -ες
θα έχει ανάψει
θα έχει αναμμένο
θα έχουν ανάψει
θα έχουν αναμμένο
θα έχει αναφτεί
θα είναι αναμμένος, -η, -ο
θα έχουν αναφτεί
θα είναι αναμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανάβωνα ανάβουμε, να ανάβομενα ανάβομαινα αναβόμαστε
να ανάβειςνα ανάβετενα ανάβεσαινα ανάβεστε, να αναβόσαστε
να ανάβεινα ανάβουν(ε)να ανάβεταινα ανάβονται
Aoristνα ανάψωνα ανάψουμε, να ανάψομενα αναφτώνα αναφτούμε
να ανάψειςνα ανάψετενα αναφτείςνα αναφτείτε
να ανάψεινα ανάψουν(ε)να αναφτείνα αναφτούν(ε)
Perfνα έχω ανάψει
να έχω αναμμένο
να έχουμε ανάψει
να έχουμε αναμμένο
να έχω αναφτεί
να είμαι αναμμένος, -η
να έχουμε αναφτεί
να είμαστε αναμμένοι, -ες
να έχεις ανάψει
να έχεις αναμμένο
να έχετε ανάψει
να έχετε αναμμένο
να έχεις αναφτεί
να είσαι αναμμένος, -η
να έχετε αναφτεί
να είστε αναμμένοι, -ες
να έχει ανάψει
να έχει αναμμένο
να έχουν ανάψει
να έχουν αναμμένο
να έχει αναφτεί
να είναι αναμμένος, -η, -ο
να έχουν αναφτεί
να είναι αναμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάβεανάβετεανάβεστε
Aoristάναψεανάψτε, ανάφτεανάψουαναφτείτε
Part
izip
Presανάβοντας
Perfέχοντας ανάψει, έχοντας αναμμένοαναμμένος, -η, -οαναμμένοι, -ες, -α
InfinAoristανάψειαναφτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διεγείρωδιεγείρουμε, διεγείρομεδιεγείρομαιδιεγειρόμαστε
διεγείρειςδιεγείρετεδιεγείρεσαιδιεγείρεστε, διεγειρόσαστε
διεγείρειδιεγείρουν(ε)διεγείρεταιδιεγείρονται
Imper
fekt
διήγειρα, διέγειραδιεγείραμεδιεγειρόμουν(α)διεγειρόμαστε
διήγειρες, διέγειρεςδιεγείρατεδιεγειρόσουν(α)διεγειρόσαστε
διήγειρε, διέγειρεδιήγειραν, διεγείραν(ε)διεγειρόταν(ε)διεγείρονταν
Aoristδιήγειρα, διέγειραδιεγείραμεδιεγέρθηκαδιεγερθήκαμε
διήγειρες, διέγειρεςδιεγείρατεδιεγέρθηκεςδιεγερθήκατε
διήγειρε, διέγειρεδιήγειραν, διεγείραν(ε)διεγέρθηκεδιεγέρθηκαν, διεγερθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διεγείρειέχουμε διεγείρειέχω διεγερθεί
είμαι διεγερμένος, -η
έχουμε διεγερθεί
είμαστε διεγερμένοι, -ες
έχεις διεγείρειέχετε διεγείρειέχεις διεγερθεί
είσαι διεγερμένος, -η
έχετε διεγερθεί
είστε διεγερμένοι, -ες
έχει διεγείρειέχουν διεγείρειέχει διεγερθεί
είναι διεγερμένος, -η, -ο
έχουν διεγερθεί
είναι διεγερμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα διεγείρειείχαμε διεγείρειείχα διεγερθεί
ήμουν διεγερμένος, -η
είχαμε διεγερθεί
ήμαστε διεγερμένοι, -ες
είχες διεγείρειείχατε διεγείρειείχες διεγερθεί
ήσουν διεγερμένος, -η
είχατε διεγερθεί
ήσαστε διεγερμένοι, -ες
είχε διεγείρειείχαν διεγείρειείχε διεγερθεί
ήταν διεγερμένος, -η, -ο
είχαν διεγερθεί
ήταν διεγερμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διεγείρωθα διεγείρουμε, θα διεγείρομεθα διεγείρομαιθα διεγειρόμαστε
θα διεγείρειςθα διεγείρετεθα διεγείρεσαιθα διεγείρεστε, θα διεγειρόσαστε
θα διεγείρειθα διεγείρουν(ε)θα διεγείρεταιθα διεγείρονται
Fut
ur
θα διεγείρωθα διεγείρουμε, θα διεγείρομεθα διεγερθώθα διεγερθούμε
θα διεγείρειςθα διεγείρετεθα διεγερθείςθα διεγερθείτε
θα διεγείρειθα διεγείρουν(ε)θα διεγερθείθα διεγερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διεγείρειθα έχουμε διεγείρειθα έχω διεγερθεί
θα είμαι διεγερμένος, -η
θα έχουμε διεγερθεί
θα είμαστε διεγερμένοι, -ες
θα έχεις διεγείρειθα έχετε διεγείρειθα έχεις διεγερθεί
θα είσαι διεγερμένος, -η
θα έχετε διεγερθεί
θα είστε διεγερμένοι, -ες
θα έχει διεγείρειθα έχουν διεγείρειθα έχει διεγερθεί
θα είναι διεγερμένος, -η, -ο
θα έχουν διεγερθεί
θα είναι διεγερμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διεγείρωνα διεγείρουμε, να διεγείρομενα διεγείρομαινα διεγειρόμαστε
να διεγείρειςνα διεγείρετενα διεγείρεσαινα διεγείρεστε, να διεγειρόσαστε
να διεγείρεινα διεγείρουν(ε)να διεγείρεταινα διεγείρονται
Aoristνα διεγείρωνα διεγείρουμε, να διεγείρομενα διεγερθώνα διεγερθούμε
να διεγείρειςνα διεγείρετενα διεγερθείςνα διεγερθείτε
να διεγείρεινα διεγείρουν(ε)να διεγερθείνα διεγερθούν(ε)
Perfνα έχω διεγείρεινα έχουμε διεγείρεινα έχω διεγερθεί
να είμαι διεγερμένος, -η
να έχουμε διεγερθεί
να είμαστε διεγερμένοι, -ες
να έχεις διεγείρεινα έχετε διεγείρεινα έχεις διεγερθεί
να είσαι διεγερμένος, -η
να έχετε διεγερθεί
να είστε διεγερμένοι, -ες
να έχει διεγείρεινα έχουν διεγείρεινα έχει διεγερθεί
να είναι διεγερμένος, -η, -ο
να έχουν διεγερθεί
να είναι διεγερμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέγειρεδιεγείρετεδιεγείρεστε
Aoristδιέγειρεδιεγείρετε(διεγέρσου)διεγερθείτε
Part
izip
Presδιεγείρονταςδιεγειρόμενος
Perfέχοντας διεγείρειδιεγερμένος, -η, -οδιεγερμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιεγείρειδιεγερθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback