ερεθίζω  Verb  [erethizo, erethizw]

Ähnliche Bedeutung wie ερεθίζω


Beispielsätze ερεθίζω

... λαός και το θέμα -ερ- του ρήματος ἐρέθω (πρβ. ερεθίζω), επομένως το όνομα θα σήμαινε «αυτός που ερεθίζει το λαό (για να πολεμήσει)». Στο Online Etymology ...

... περιελάμβανε έκθεση ζώων από μακρινές χώρες, τα οποία μερικές φορές ερεθίζονταν ώστε να επιτεθούν σε ένοπλους μονομάχους ή σε άοπλους εγκληματίες καταδικασμένους ...

... κίνησης παρά μονάχα με τις αισθήσεις μας. Τα αντικείμενα και τα φαινόμενα ερεθίζουν τον νευρικό ιστό που μεταφέρει το σήμα στον Εγκέφαλο και προκαλεί το αίσθημα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze reizen

... Gute Menschen reizen die Geduld, böse die Phantasie. ...

... Geräusche reizen mich oft sehr, selbst wenn sie die meisten anderen Menschen nicht zu stören scheinen. ...

... Es ist schlimmer, ein Weib zu reizen als einen bissigen Hund. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΕΡΕΘΙΖΩ
I excite
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ερεθίζωερεθίζουμε, ερεθίζομεερεθίζομαιερεθιζόμαστε
ερεθίζειςερεθίζετεερεθίζεσαιερεθίζεστε, ερεθιζόσαστε
ερεθίζειερεθίζουν(ε)ερεθίζεταιερεθίζονται
Imper
fekt
ερέθιζαερεθίζαμεερεθιζόμουν(α)ερεθιζόμαστε, ερεθιζόμασταν
ερέθιζεςερεθίζατεερεθιζόσουν(α)ερεθιζόσαστε, ερεθιζόσασταν
ερέθιζεερέθιζαν, ερεθίζαν(ε)ερεθιζόταν(ε)ερεθίζονταν, ερεθιζόντανε, ερεθιζόντουσαν
Aoristερέθισαερεθίσαμεερεθίστηκαερεθιστήκαμε
ερέθισεςερεθίσατεερεθίστηκεςερεθιστήκατε
ερέθισεερέθισαν, ερεθίσαν(ε)ερεθίστηκεερεθίστηκαν, ερεθιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ερεθίσει
έχω ερεθισμένο
έχουμε ερεθίσει
έχουμε ερεθισμένο
έχω ερεθιστεί
είμαι ερεθισμένος, -η
έχουμε ερεθιστεί
είμαστε ερεθισμένοι, -ες
έχεις ερεθίσει
έχεις ερεθισμένο
έχετε ερεθίσει
έχετε ερεθισμένο
έχεις ερεθιστεί
είσαι ερεθισμένος, -η
έχετε ερεθιστεί
είστε ερεθισμένοι, -ες
έχει ερεθίσει
έχει ερεθισμένο
έχουν ερεθίσει
έχουν ερεθισμένο
έχει ερεθιστεί
είναι ερεθισμένος, -η, -ο
έχουν ερεθιστεί
είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ερεθίσει
είχα ερεθισμένο
είχαμε ερεθίσει
είχαμε ερεθισμένο
είχα ερεθιστεί
ήμουν ερεθισμένος, -η
είχαμε ερεθιστεί
ήμαστε ερεθισμένοι, -ες
είχες ερεθίσει
είχες ερεθισμένο
είχατε ερεθίσει
είχατε ερεθισμένο
είχες ερεθιστεί
ήσουν ερεθισμένος, -η
είχατε ερεθιστεί
ήσαστε ερεθισμένοι, -ες
είχε ερεθίσει
είχε ερεθισμένο
είχαν ερεθίσει
είχαν ερεθισμένο
είχε ερεθιστεί
ήταν ερεθισμένος, -η, -ο
είχαν ερεθιστεί
ήταν ερεθισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ερεθίζωθα ερεθίζουμε, θα ερεθίζομεθα ερεθίζομαιθα ερεθιζόμαστε
θα ερεθίζειςθα ερεθίζετεθα ερεθίζεσαιθα ερεθίζεστε, θα ερεθιζόσαστε
θα ερεθίζειθα ερεθίζουν(ε)θα ερεθίζεταιθα ερεθίζονται
Fut
ur
θα ερεθίσωθα ερεθίσουμε, θα ερεθίζομεθα ερεθιστώθα ερεθιστούμε
θα ερεθίσειςθα ερεθίσετεθα ερεθιστείςθα ερεθιστείτε
θα ερεθίσειθα ερεθίσουν(ε)θα ερεθιστείθα ερεθιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ερεθίσει
θα έχω ερεθισμένο
θα έχουμε ερεθίσει
θα έχουμε ερεθισμένο
θα έχω ερεθιστεί
θα είμαι ερεθισμένος, -η
θα έχουμε ερεθιστεί
θα είμαστε ερεθισμένοι, -ες
θα έχεις ερεθίσει
θα έχεις ερεθισμένο
θα έχετε ερεθίσει
θα έχετε ερεθισμένο
θα έχεις ερεθιστεί
θα είσαι ερεθισμένος, -η
θα έχετε ερεθιστεί
θα είστε ερεθισμένοι, -ες
θα έχει ερεθίσει
θα έχει ερεθισμένο
θα έχουν ερεθίσει
θα έχουν ερεθισμένο
θα έχει ερεθιστεί
θα είναι ερεθισμένος, -η, -ο
θα έχουν ερεθιστεί
θα είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ερεθίζωνα ερεθίζουμε, να ερεθίζομενα ερεθίζομαινα ερεθιζόμαστε
να ερεθίζειςνα ερεθίζετενα ερεθίζεσαινα ερεθίζεστε, να ερεθιζόσαστε
να ερεθίζεινα ερεθίζουν(ε)να ερεθίζεταινα ερεθίζονται
Aoristνα ερεθίσωνα ερεθίσουμε, να ερεθίσομενα ερεθιστώνα ερεθιστούμε
να ερεθίσειςνα ερεθίσετενα ερεθιστείςνα ερεθιστείτε
να ερεθίσεινα ερεθίσουν(ε)να ερεθιστείνα ερεθιστούν(ε)
Perfνα έχω ερεθίσει
να έχω ερεθισμένο
να έχουμε ερεθίσει
να έχουμε ερεθισμένο
να έχω ερεθιστεί
να είμαι ερεθισμένος, -η
να έχουμε ερεθιστεί
να είμαστε ερεθισμένοι, -ες
να έχεις ερεθίσει
να έχεις ερεθισμένο
να έχετε ερεθίσει
να έχετε ερεθισμένο
να έχεις ερεθιστεί
να είσαι ερεθισμένος, -η
να έχετε ερεθιστεί
να είστε ερεθισμένοι, -ες
να έχει ερεθίσει
να έχει ερεθισμένο
να έχουν ερεθίσει
να έχουν ερεθισμένο
να έχει ερεθιστεί
να είναι ερεθισμένος, -η, -ο
να έχουν ερεθιστεί
να είναι ερεθισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presερέθιζεερεθίζετεερεθίζεστε
Aoristερέθισεερεθίστεερεθίσουερεθιστείτε
Part
izip
Presερεθίζονταςερεθιζόμενος
Perfέχοντας ερεθίσει, έχοντας ερεθισμένοερεθισμένος, -η, -οερεθισμένοι, -ες, -α
InfinAoristερεθίσειερεθιστεί










Griechische Definition zu ερεθίζω

ερεθίζω [ereθízo] -ομαι : 1.διεγείρω κπ. έτσι ώστε να αντιδρά, να ενεργεί συνήθ. βίαια: Tο κόκκινο χρώμα ερεθίζει τον ταύρο. Tα πνεύματα ερεθίστηκαν, όταν έγινε γνωστό ότι η αστυνομία χτύπησε διαδηλωτές. || ερεθίζω την περιέργεια / το ενδιαφέρον κάποιου. α. προκαλώ σε κπ. έντονη ερωτική επιθυμία: Tον ερέθισε με το προκλητικό της ντύσιμο. β. προκαλώ σε κπ. ορισμένο ερέθισμα: Tα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου ερεθίζουν τα αισθητήρια όργανα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ερεθίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15