διαθέτω Verb  [diatheto, thiatheto, diathetw]

  Verb
(23)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu διαθέτω

διαθέτω διά + θέτω (πβ. altgriechisch διατίθημι) altgriechisch τίθημι


GriechischDeutsch
Οι πληροφορίες που διαθέτω αναφέρονται στο περιεχόμενο της οδηγίας του 1995, η οποία δεν προβλέπει κανένα μέτρο προς το συγκεκριμένο σκοπό.Die mir vorliegenden Informationen haben mit der Richtlinie von 1995 zu tun, die keine Maßnahmen in diesem Sinne vorsieht.

Übersetzung bestätigt

Λόγω ορισμένων προτάσεων οι οποίες συγχέουν τη φιλοδοξία με την πραγματικότητα, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής επιτροπής χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν είναι οπωσδήποτε η νούμερο ένα προτεραιότητα και εφόσον δεν διαθέτω περισσότερο χρόνο αγόρευσης, κύριε Πρόεδρε, αύριο θα παρουσιάσω μια εξήγηση ψήφου για να πω όσα είχα να πω ακόμη, εφόσον ως εισηγήτρια γνωμοδότησης και ως αγορητής μιας δεύτερης έκθεσης, είναι πράγματι αδύνατο να πω όλα αυτά σε δύο λεπτά.Was den Aktionsplan zur Vertiefung des Binnenmarktes der Finanzdienstleistungen betrifft, so möchte ich vor einigen Strategen warnen, die sich die Liberalisierung der Finanzdienstleistungen zunutze machen möchten, nachdem die unternommenen Anstrengungen hinsichtlich der Besteuerung der Zinserträge ihrer Meinung nach nicht genug gebracht haben.

Übersetzung bestätigt

Λυπούμαι που δεν διαθέτω πληροφορίες σχετικά με την ερώτηση που απευθύνατε στην Προεδρία, εν πάση περιπτώσει όμως, θα τη θέσω προκειμένου να λάβετε τη δέουσα απάντηση.Ich bedauere, keine Informationen zu der Frage zu besitzen, die Sie an die Präsidentschaft gerichtet haben, aber ich werde sie auf jeden Fall weiterleiten, damit sie entsprechend beantwortet wird.

Übersetzung bestätigt

Στο λίγο χρόνο που διαθέτω, θα ήθελα να τονίσω ότι μια από τις μεγαλύτερες δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι νέοι γεωργοί που εισέρχονται στο επάγγελμα σήμερα, είναι τα προβλήματα κεφαλαίου και ρευστού κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας.In der kurzen mir zur Verfügung stehenden Redezeit möchte ich betonen, dass Junglandwirte in ihrem ersten Betriebsjahr vor allem mit Kapitalund Cashflow-Problemen zu kämpfen haben.

Übersetzung bestätigt

Δεν κρύβω ωστόσο, κύριε Πρόεδρε, και σε αυτό το ζήτημα θα ήθελα να αναφερθώ στον υπόλοιπο χρόνο ομιλίας που διαθέτω, ότι η Ομάδα μου διεξήγαγε μία σοβαρή συζήτηση, με την ευκαιρία αυτών των φακέλων, σχετικά με το εάν θα πρέπει πραγματικά το Κοινοβούλιο και τα 626 μέλη του να συζητήσουν τέτοια λεπτομερή μέτρα.Ich will jedoch, Herr Präsident, keinen Hehl daraus machen, und dafür möchte ich meine restliche Redezeit verwenden, dass wir in unserer Fraktion anlässlich dieser Richtlinienvorschläge ernsthaft darüber diskutiert haben, ob es nun wirklich Aufgabe eines Parlaments ist, solch detaillierte Maßnahmen mit 626 Abgeordneten zu debattieren.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu διαθέτω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαθέτωδιαθέτουμε, διαθέτομεδιατίθεμαιδιατιθέμεθα
διαθέτειςδιαθέτετεδιατίθεσαιδιατίθεσθε
διαθέτειδιαθέτουν(ε)διατίθεταιδιατίθενται
Imper
fekt
διέθεταδιαθέταμε
διέθετεςδιαθέτατε
διέθετεδιέθεταν, διαθέταν(ε)διατίθετοδιατίθεντο
Aoristδιέθεσαδιαθέσαμεδιατέθηκαδιατεθήκαμε
διέθεσεςδιαθέσατεδιατέθηκεςδιατεθήκατε
διέθεσεδιέθεσαν, διαθέσαν(ε)διατέθηκεδιατέθηκαν, διατεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διαθέσειέχουμε διαθέσειέχω διατεθεί
είμαι διατεθειμένος, -η
έχουμε διατεθεί
είμαστε διατεθειμένοι, -ες
έχεις διαθέσειέχετε διαθέσειέχεις διατεθεί
είσαι διατεθειμένος, -η
έχετε διατεθεί
είστε διατεθειμένοι, -ες
έχει διαθέσειέχουν διαθέσειέχει διατεθεί
είναι διατεθειμένος, -η, -ο
έχουν διατεθεί
είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα διαθέσειείχαμε διαθέσειείχα διατεθεί
ήμουν διατεθειμένος, -η
είχαμε διατεθεί
ήμαστε διατεθειμένοι, -ες
είχες διαθέσειείχατε διαθέσειείχες διατεθεί
ήσουν διατεθειμένος, -η
είχατε διατεθεί
ήσαστε διατεθειμένοι, -ες
είχε διαθέσειείχαν διαθέσειείχε διατεθεί
ήταν διατεθειμένος, -η, -ο
είχαν διατεθεί
ήταν διατεθειμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαθέτωθα διαθέτουμε, θα διαθέτομεθα διατίθεμαιθα διατιθέμεθα
θα διαθέτειςθα διαθέτετεθα διατίθεσαιθα διατίθεσθε
θα διαθέτειθα διαθέτουν(ε)θα διατίθεταιθα διατίθενται
Fut
ur
θα διαθέσωθα διαθέσουμε, θα διαθέσομεθα διατεθώθα διατεθούμε
θα διαθέσειςθα διαθέσετεθα διατεθείςθα διατεθείτε
θα διαθέσειθα διαθέσουν(ε)θα διατεθείθα διατεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαθέσειθα έχουμε διαθέσειθα έχω διατεθεί
θα είμαι διατεθειμένος, -η
θα έχουμε διατεθεί
θα είμαστε διατεθειμένοι, -ες
θα έχεις διαθέσειθα έχετε διαθέσειθα έχεις διατεθεί
θα είσαι διατεθειμένος, -η
θα έχετε διατεθεί
θα είστε διατεθειμένοι, -ες
θα έχει διαθέσειθα έχουν διαθέσειθα έχει διατεθεί
θα είναι διατεθειμένος, -η, -ο
θα έχουν διατεθεί
θα είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαθέτωνα διαθέτουμε, να διαθέτομενα διατίθεμαινα διατιθέμεθα
να διαθέτειςνα διαθέτετενα διατίθεσαινα διατίθεσθε
να διαθέτεινα διαθέτουν(ε)να διατίθεταινα διατίθενται
Aoristνα διαθέσωνα διαθέσουμε, να διαθέσομενα διατεθώνα διατεθούμε
να διαθέσειςνα διαθέσετενα διατεθείςνα διατεθείτε
να διαθέσεινα διαθέσουν(ε)να διατεθείνα διατεθούν(ε)
Perfνα έχω διαθέσεινα έχουμε διαθέσεινα έχω διατεθεί
να είμαι διατεθειμένος, -η
να έχουμε διατεθεί
να είμαστε διατεθειμένοι, -ες
να έχεις διαθέσεινα έχετε διαθέσεινα έχεις διατεθεί
να είσαι διατεθειμένος, -η
να έχετε διατεθεί
να είστε διατεθειμένοι, -ες
να έχει διαθέσεινα έχουν διαθέσεινα έχει διατεθεί
να είναι διατεθειμένος, -η, -ο
να έχουν διατεθεί
να είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέθετεδιαθέτετεδιατίθεσθε
Aoristδιέθεσεδιαθέσετε, διαθέστεδιαθέσουδιατεθείτε
Part
izip
Presδιαθέτοντας
Perfέχοντας διαθέσειδιατεθειμένος, -η, -οδιατεθειμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαθέσειδιατεθεί







Griechische Definition zu διαθέτω

διαθέτω [δiaθéto] -ομαι, διατίθεμαι [δiatíθeme] Ρ αόρ. διέθεσα, απαρέμφ. διαθέσει, παθ. διατίθεμαι, διατίθεσαι, διατίθεται, διατιθέμεθα, διατίθεστε, διατίθενται, και (προφ.) διαθέτομαι, πρτ. γ' πρόσ. (λόγ., σπάν.) διετίθετο, διετίθεντο, αόρ. διατέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και διετέθη, διετέθησαν, απαρέμφ. διατεθεί, μππ. διατεθειμένος* : 1α. έχω κτ., μου ανήκει κτ. και μπορώ να το χρησιμοποιήσω: Διαθέτει μεγάλη περιουσία / προίκα. Διαθέτει ευφυΐα / εξυπνάδα / μυαλό / ικανότητες. Διαθέτει φίλους στην κυβέρνηση. || Πώς διαθέτεις τον ελεύθερο χρόνο σου; β. έχω κτ. και το προσφέρω για χρήση, για κατανάλωση: Tο ξενοδοχείο διαθέτει κλιματισμό / πισίνα. Tο κατάστημα διαθέτει μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Είναι λίγα τα χρήματα που διατίθενται κάθε χρόνο για την εκπαίδευση. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback