διαθέτω  Verb  [diatheto, thiatheto, diathetw]

Ähnliche Bedeutung wie διαθέτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαθέτω

... στρουθοκάμηλος και το εμού, τα οποία διαθέτουν πνευματικά μηριαία οστά. Το κρανίο των πτηνών είναι διαψιδωτό (diapsid), διαθέτει δηλαδή δύο κροταφικά τρήματα ...

... ιδίως όσοι βρίσκονται στα κέντρα σμηνών γαλαξιών όπως ο M87, μπορεί να διαθέτουν μέχρι και 13.000 σφαιρωτά σμήνη. Αυτά τα σφαιρωτά σμήνη περιφέρονται σε ...

... τέχνη, όπως η μεταλλουργία. Για την εσωτερική ιεραρχία των ελευθέρων δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία. Η διαστρωμάτωσή τους συνάγεται από διαφορές στην ποσότητα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze haben

... Dann haben wir ein Problem... ...

... Eine Million Menschen haben im Krieg ihr Leben verloren. ...

... Arm ist nicht, wer zu wenig besitzt, sondern, wer zu viel haben möchte. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΔΙΑΘΕΤΩ
I bequeth
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαθέτωδιαθέτουμε, διαθέτομεδιατίθεμαιδιατιθέμεθα
διαθέτειςδιαθέτετεδιατίθεσαιδιατίθεσθε
διαθέτειδιαθέτουν(ε)διατίθεταιδιατίθενται
Imper
fekt
διέθεταδιαθέταμε
διέθετεςδιαθέτατε
διέθετεδιέθεταν, διαθέταν(ε)διατίθετοδιατίθεντο
Aoristδιέθεσαδιαθέσαμεδιατέθηκαδιατεθήκαμε
διέθεσεςδιαθέσατεδιατέθηκεςδιατεθήκατε
διέθεσεδιέθεσαν, διαθέσαν(ε)διατέθηκεδιατέθηκαν, διατεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαθέσειέχουμε διαθέσειέχω διατεθεί
είμαι διατεθειμένος, -η
έχουμε διατεθεί
είμαστε διατεθειμένοι, -ες
έχεις διαθέσειέχετε διαθέσειέχεις διατεθεί
είσαι διατεθειμένος, -η
έχετε διατεθεί
είστε διατεθειμένοι, -ες
έχει διαθέσειέχουν διαθέσειέχει διατεθεί
είναι διατεθειμένος, -η, -ο
έχουν διατεθεί
είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαθέσειείχαμε διαθέσειείχα διατεθεί
ήμουν διατεθειμένος, -η
είχαμε διατεθεί
ήμαστε διατεθειμένοι, -ες
είχες διαθέσειείχατε διαθέσειείχες διατεθεί
ήσουν διατεθειμένος, -η
είχατε διατεθεί
ήσαστε διατεθειμένοι, -ες
είχε διαθέσειείχαν διαθέσειείχε διατεθεί
ήταν διατεθειμένος, -η, -ο
είχαν διατεθεί
ήταν διατεθειμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαθέτωθα διαθέτουμε, θα διαθέτομεθα διατίθεμαιθα διατιθέμεθα
θα διαθέτειςθα διαθέτετεθα διατίθεσαιθα διατίθεσθε
θα διαθέτειθα διαθέτουν(ε)θα διατίθεταιθα διατίθενται
Fut
ur
θα διαθέσωθα διαθέσουμε, θα διαθέσομεθα διατεθώθα διατεθούμε
θα διαθέσειςθα διαθέσετεθα διατεθείςθα διατεθείτε
θα διαθέσειθα διαθέσουν(ε)θα διατεθείθα διατεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαθέσειθα έχουμε διαθέσειθα έχω διατεθεί
θα είμαι διατεθειμένος, -η
θα έχουμε διατεθεί
θα είμαστε διατεθειμένοι, -ες
θα έχεις διαθέσειθα έχετε διαθέσειθα έχεις διατεθεί
θα είσαι διατεθειμένος, -η
θα έχετε διατεθεί
θα είστε διατεθειμένοι, -ες
θα έχει διαθέσειθα έχουν διαθέσειθα έχει διατεθεί
θα είναι διατεθειμένος, -η, -ο
θα έχουν διατεθεί
θα είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαθέτωνα διαθέτουμε, να διαθέτομενα διατίθεμαινα διατιθέμεθα
να διαθέτειςνα διαθέτετενα διατίθεσαινα διατίθεσθε
να διαθέτεινα διαθέτουν(ε)να διατίθεταινα διατίθενται
Aoristνα διαθέσωνα διαθέσουμε, να διαθέσομενα διατεθώνα διατεθούμε
να διαθέσειςνα διαθέσετενα διατεθείςνα διατεθείτε
να διαθέσεινα διαθέσουν(ε)να διατεθείνα διατεθούν(ε)
Perfνα έχω διαθέσεινα έχουμε διαθέσεινα έχω διατεθεί
να είμαι διατεθειμένος, -η
να έχουμε διατεθεί
να είμαστε διατεθειμένοι, -ες
να έχεις διαθέσεινα έχετε διαθέσεινα έχεις διατεθεί
να είσαι διατεθειμένος, -η
να έχετε διατεθεί
να είστε διατεθειμένοι, -ες
να έχει διαθέσεινα έχουν διαθέσεινα έχει διατεθεί
να είναι διατεθειμένος, -η, -ο
να έχουν διατεθεί
να είναι διατεθειμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέθετεδιαθέτετεδιατίθεσθε
Aoristδιέθεσεδιαθέσετε, διαθέστεδιαθέσουδιατεθείτε
Part
izip
Presδιαθέτοντας
Perfέχοντας διαθέσειδιατεθειμένος, -η, -οδιατεθειμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαθέσειδιατεθεί



Person Wortform
Präsens ich habe
du hast
er, sie, es hat
Präteritum ich hatte
Konjunktiv II ich hätte
Imperativ Singular habe!
hab!
Plural habt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehabt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:haben




Griechische Definition zu διαθέτω

διαθέτω [δiaθéto] -ομαι, διατίθεμαι [δiatíθeme] Ρ αόρ. διέθεσα, απαρέμφ. διαθέσει, παθ. διατίθεμαι, διατίθεσαι, διατίθεται, διατιθέμεθα, διατίθεστε, διατίθενται, και (προφ.) διαθέτομαι, πρτ. γ' πρόσ. (λόγ., σπάν.) διετίθετο, διετίθεντο, αόρ. διατέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και διετέθη, διετέθησαν, απαρέμφ. διατεθεί, μππ. διατεθειμένος* : 1α. έχω κτ., μου ανήκει κτ. και μπορώ να το χρησιμοποιήσω: Διαθέτει μεγάλη περιουσία / προίκα. Διαθέτει ευφυΐα / εξυπνάδα / μυαλό / ικανότητες. Διαθέτει φίλους στην κυβέρνηση. || Πώς διαθέτεις τον ελεύθερο χρόνο σου; β. έχω κτ. και το προσφέρω για χρήση, για κατανάλωση: Tο ξενοδοχείο διαθέτει κλιματισμό / πισίνα. Tο κατάστημα διαθέτει μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Είναι λίγα τα χρήματα που διατίθενται κάθε χρόνο για την εκπαίδευση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαθέτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15