βυθίζω  Verb  [vithizo, bythizw]

Ähnliche Bedeutung wie βυθίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βυθίζω

... Το Χωνί είναι εβδομαδιαία κυριακάτικη πολιτική εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και εκδίδεται από την εταιρεία ΣΑΡΙΣΑ ΕΠΕ. Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας ...

... φιάλη συνδυάζεται με χωνί διήθησης ή χωνί Büchner με το οποίο μπορεί να διαχωριστεί το υγρό από το ίζημα ενός διαλύματος. Το χωνί διήθησης προσαρμόζεται ...

... τότε μιλάμε για κυκλικό κώνο. Με τον τελευταίο όρο καλείται το μέρος μιας χώνης κυκλικής κωνικής επιφάνειας που τερματίζεται σε επίπεδο παράλληλο προς το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hineindrücken

... und mitteldeutschen Wort „detschen“ oder „datschen“ ab, das man als „hineindrücken“ („tatschen“) übersetzen kann (die Zwetschgen werden in den Teig hineingedrückt) ...

... Krypten entleert, so dass sich neue Speisereste mit neuen Bakterien hineindrücken und die weißen Blutkörperchen die neuen Bakterien „kennenlernen“ können ...

... Teilzeitkräfte. Ihre zentralen Aufgaben bestehen neben dem eigentlichen Hineindrücken der Passagiere in die Züge auch darin, Sicherheitsüberprüfungen an Passagieren ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΥΘΙΖΩ
I sink
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βυθίζωβυθίζουμε, βυθίζομεβυθίζομαιβυθιζόμαστε
βυθίζειςβυθίζετεβυθίζεσαιβυθίζεστε, βυθιζόσαστε
βυθίζειβυθίζουν(ε)βυθίζεταιβυθίζονται
Imper
fekt
βύθιζαβυθίζαμεβυθιζόμουν(α)βυθιζόμαστε, βυθιζόμασταν
βύθιζεςβυθίζατεβυθιζόσουν(α)βυθιζόσαστε, βυθιζόσασταν
βύθιζεβύθιζαν, βυθίζαν(ε)βυθιζόταν(ε)βυθίζονταν, βυθιζόντανε, βυθιζόντουσαν
Aoristβύθισαβυθίσαμεβυθίστηκαβυθιστήκαμε
βύθισεςβυθίσατεβυθίστηκεςβυθιστήκατε
βύθισεβύθισαν, βυθίσαν(ε)βυθίστηκεβυθίστηκαν, βυθιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω βυθίσει
έχω βυθισμένο
έχουμε βυθίσει
έχουμε βυθισμένο
έχω βυθιστεί
είμαι βυθισμένος, -η
έχουμε βυθιστεί
είμαστε βυθισμένοι, -ες
έχεις βυθίσει
έχεις βυθισμένο
έχετε βυθίσει
έχετε βυθισμένο
έχεις βυθιστεί
είσαι βυθισμένος, -η
έχετε βυθιστεί
είστε βυθισμένοι, -ες
έχει βυθίσει
έχει βυθισμένο
έχουν βυθίσει
έχουν βυθισμένο
έχει βυθιστεί
είναι βυθισμένος, -η, -ο
έχουν βυθιστεί
είναι βυθισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βυθίσει
είχα βυθισμένο
είχαμε βυθίσει
είχαμε βυθισμένο
είχα βυθιστεί
ήμουν βυθισμένος, -η
είχαμε βυθιστεί
ήμαστε βυθισμένοι, -ες
είχες βυθίσει
είχες βυθισμένο
είχατε βυθίσει
είχατε βυθισμένο
είχες βυθιστεί
ήσουν βυθισμένος, -η
είχατε βυθιστεί
ήσαστε βυθισμένοι, -ες
είχε βυθίσει
είχε βυθισμένο
είχαν βυθίσει
είχαν βυθισμένο
είχε βυθιστεί
ήταν βυθισμένος, -η, -ο
είχαν βυθιστεί
ήταν βυθισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βυθίζωθα βυθίζουμε, θα βυθίζομεθα βυθίζομαιθα βυθιζόμαστε
θα βυθίζειςθα βυθίζετεθα βυθίζεσαιθα βυθίζεστε, θα βυθιζόσαστε
θα βυθίζειθα βυθίζουν(ε)θα βυθίζεταιθα βυθίζονται
Fut
ur
θα βυθίσωθα βυθίσουμε, θα βυθίζομεθα βυθιστώθα βυθιστούμε
θα βυθίσειςθα βυθίσετεθα βυθιστείςθα βυθιστείτε
θα βυθίσειθα βυθίσουν(ε)θα βυθιστείθα βυθιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βυθίσει
θα έχω βυθισμένο
θα έχουμε βυθίσει
θα έχουμε βυθισμένο
θα έχω βυθιστεί
θα είμαι βυθισμένος, -η
θα έχουμε βυθιστεί
θα είμαστε βυθισμένοι, -ες
θα έχεις βυθίσει
θα έχεις βυθισμένο
θα έχετε βυθίσει
θα έχετε βυθισμένο
θα έχεις βυθιστεί
θα είσαι βυθισμένος, -η
θα έχετε βυθιστεί
θα είστε βυθισμένοι, -ες
θα έχει βυθίσει
θα έχει βυθισμένο
θα έχουν βυθίσει
θα έχουν βυθισμένο
θα έχει βυθιστεί
θα είναι βυθισμένος, -η, -ο
θα έχουν βυθιστεί
θα είναι βυθισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βυθίζωνα βυθίζουμε, να βυθίζομενα βυθίζομαινα βυθιζόμαστε
να βυθίζειςνα βυθίζετενα βυθίζεσαινα βυθίζεστε, να βυθιζόσαστε
να βυθίζεινα βυθίζουν(ε)να βυθίζεταινα βυθίζονται
Aoristνα βυθίσωνα βυθίσουμε, να βυθίσομενα βυθιστώνα βυθιστούμε
να βυθίσειςνα βυθίσετενα βυθιστείςνα βυθιστείτε
να βυθίσεινα βυθίσουν(ε)να βυθιστείνα βυθιστούν(ε)
Perfνα έχω βυθίσει
να έχω βυθισμένο
να έχουμε βυθίσει
να έχουμε βυθισμένο
να έχω βυθιστεί
να είμαι βυθισμένος, -η
να έχουμε βυθιστεί
να είμαστε βυθισμένοι, -ες
να έχεις βυθίσει
να έχεις βυθισμένο
να έχετε βυθίσει
να έχετε βυθισμένο
να έχεις βυθιστεί
να είσαι βυθισμένος, -η
να έχετε βυθιστεί
να είστε βυθισμένοι, -ες
να έχει βυθίσει
να έχει βυθισμένο
να έχουν βυθίσει
να έχουν βυθισμένο
να έχει βυθιστεί
να είναι βυθισμένος, -η, -ο
να έχουν βυθιστεί
να είναι βυθισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβύθιζεβυθίζετεβυθίζεστε
Aoristβύθισεβυθίστεβυθίσουβυθιστείτε
Part
izip
Presβυθίζονταςβυθιζόμενος
Perfέχοντας βυθίσει, έχοντας βυθισμένοβυθισμένος, -η, -οβυθισμένοι, -ες, -α
InfinAoristβυθίσειβυθιστεί








Griechische Definition zu βυθίζω

βυθίζω [viθízo] -ομαι : 1. κάνω κτ. να κατεβεί στο βυθό, στον πάτο κυρίως της θάλασσας· βουλιάζω: Tο υποβρύχιο τορπίλισε και βύθισε την εχθρική κανονιοφόρο. Tο πλοίο βυθίστηκε μετά την πρόσκρουσή του σε ύφαλο. Aπομεινάρια βυθισμένων πλοίων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βυθίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15