βάφω  Verb  [vafo, bafw]

Ähnliche Bedeutung wie βάφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βάφω

... Η βαφή ή η μπογιά ή το χρώμα (με την έννοια της βαφής), είναι οποιοδήποτε υγρό, υγροποιήσιμο ή σε συμπυκνωμένη σύνθεση που μετά από εφαρμογή του σε ένα ...

... 35°21′40″N 24°10′27″E / 35.36106°N 24.17413°E / 35.36106; 24.17413 Ο Βαφές είναι χωριό του δήμου Αποκορώνου, της περιφερειακής ενότητας (πρώην νομού) ...

... Ευρώπη και την νοτιοδυτική Ασία. Το επίσημο όνομά του είναι Ερυθρόδανο το βαφικό ή Ρούβια η βαφική (Rubia tinctorum). Το φυτό είναι αγγειόσπερμο, δικοτυλήδονο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze färben

... Die Blätter färben sich goldgelb. ...

... Ich möchte den Stoff färben lassen. ...

... Tom kommt aus einer Kultur, in der Frauen künstlich ihre Lippen färben und ihre Ohrläppchen durchlöchern. ...

Quelle: lilygilder, xtofu80, Vortarulo

Grammatik


ΒΑΦΩ
I paint
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βάφωβάφουμε, βάφομεβάφομαιβαφόμαστε
βάφειςβάφετεβάφεσαιβάφεστε, βαφόσαστε
βάφειβάφουν(ε)βάφεταιβάφονται
Imper
fekt
έβαφαβάφαμεβαφόμουν(α)βαφόμαστε, βαφόμασταν
έβαφεςβάφατεβαφόσουν(α)βαφόσαστε, βαφόσασταν
έβαφεέβαφαν, βάφαν(ε)βαφόταν(ε)βάφονταν, βαφόντανε, βαφόντουσαν
Aoristέβαψαβάψαμεβάφτηκα, βάφηκαβαφτήκαμε, βαφήκαμε
έβαψεςβάψατεβάφτηκες, βάφηκεςβαφτήκατε, βαφήκατε
έβαψεέβαψαν, βάψαν(ε)βάφτηκε, βάφηκεβάφτηκαν, βαφτήκαν(ε), βάφηκαν, βαφήκαν(ε)
Per
fect
έχω βάψει
έχω βαμμένο
έχουμε βάψει
έχουμε βαμμένο
έχω βαφτεί
έχω βαφεί
είμαι βαμμένος, -η
έχουμε βαφτεί
έχουμε βαφεί
είμαστε βαμμένοι, -ες
έχεις βάψει
έχεις βαμμένο
έχετε βάψει
έχετε βαμμένο
έχεις βαφτεί
έχεις βαφεί
είσαι βαμμένος, -η
έχετε βαφτεί
έχετε βαφεί
είστε βαμμένοι, -ες
έχει βάψει
έχει βαμμένο
έχουν βάψει
έχουν βαμμένο
έχει βαφτεί
έχει βαφεί
είναι βαμμένος, -η, -ο
έχουν βαφτεί
έχουν βαφεί
είναι βαμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βάψει
είχα βαμμένο
είχαμε βάψει
είχαμε βαμμένο
είχα βαφτεί
είχα βαφεί
ήμουν βαμμένος, -η
είχαμε βαφτεί
είχαμε βαφεί
ήμαστε βαμμένοι, -ες
είχες βάψει
είχες βαμμένο
είχατε βάψει
είχατε βαμμένο
είχες βαφτεί
είχες βαφεί
ήσουν βαμμένος, -η
είχατε βαφτεί
είχατε βαφεί
ήσαστε βαμμένοι, -ες
είχε βάψει
είχε βαμμένο
είχαν βάψει
είχαν βαμμένο
είχε βαφτεί
είχε βαφεί
ήταν βαμμένος, -η, -ο
είχαν βαφτεί
είχαν βαφεί
ήταν βαμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βάφωθα βάφουμε, θα βάφομεθα βάφομαιθα βαφόμαστε
θα βάφειςθα βάφετεθα βάφεσαιθα βάφεστε, θα βαφόσαστε
θα βάφειθα βάφουν(ε)θα βάφεταιθα βάφονται
Fut
ur
θα βάψωθα βάψουμε, θα βάψομεθα βαφτώ, θα βαφώθα βαφτούμε, θα βαφούμε
θα βάψειςθα βάψετεθα βαφτείς, θα βαφείςθα βαφτείτε, θα βαφείτε
θα βάψειθα βάψουν(ε)θα βαφτεί, θα βαφείθα βαφτούν(ε), θα βαφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βάψει
θα έχω βαμμένο
θα έχουμε βάψει
θα έχουμε βαμμένο
θα έχω βαφτεί
θα έχω βαφεί
θα είμαι βαμμένος, -η
θα έχουμε βαφτεί
θα έχουμε βαφεί
θα είμαστε βαμμένοι, -ες
θα έχεις βάψει
θα έχεις βαμμένο
θα έχετε βάψει
θα έχετε βαμμένο
θα έχεις βαφτεί
θα έχεις βαφεί
θα είσαι βαμμένος, -η
θα έχετε βαφτεί
θα έχετε βαφεί
θα είστε βαμμένοι, -ες
θα έχει βάψει
θα έχει βαμμένο
θα έχουν βάψει
θα έχουν βαμμένο
θα έχει βαφτεί
θα έχει βαφεί
θα είναι βαμμένος, -η, -ο
θα έχουν βαφτεί
θα έχουν βαφεί
θα είναι βαμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βάφωνα βάφουμε, να βάφομενα βάφομαινα βαφόμαστε
να βάφειςνα βάφετενα βάφεσαινα βάφεστε, να βαφόσαστε
να βάφεινα βάφουν(ε)να βάφεταινα βάφονται
Aoristνα βάψωνα βάψουμε, να βάψομενα βαφτώ, να βαφώνα βαφτούμε, να βαφούμε
να βάψειςνα βάψετενα βαφτείς, να βαφείςνα βαφτείτε, να βαφείτε
να βάψεινα βάψουν(ε)να βαφτεί, να βαφείνα βαφτούν(ε), να βαφούν(ε)
Perfνα έχω βάψει
να έχω βαμμένο
να έχουμε βάψει
να έχουμε βαμμένο
να έχω βαφτεί
να έχω βαφεί
να είμαι βαμμένος, -η
να έχουμε βαφτεί
να έχουμε βαφεί
να είμαστε βαμμένοι, -ες
να έχεις βάψει
να έχεις βαμμένο
να έχετε βάψει
να έχετε βαμμένο
να έχεις βαφτεί
να έχεις βαφεί
να είσαι βαμμένος, -η
να έχετε βαφτεί
να έχετε βαφεί
να είστε βαμμένοι, -ες
να έχει βάψει
να έχει βαμμένο
να έχουν βάψει
να έχουν βαμμένο
να έχει βαφτεί
να έχει βαφεί
να είναι βαμμένος, -η, -ο
να έχουν βαφτεί
να έχουν βαφεί
να είναι βαμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβάφεβάφετεβάφεστε
Aoristβάψεβάψτε, βάφτεβάψουβαψτείτε, βαφείτε
Part
izip
Presβάφονταςβαφόμενος
Perfέχοντας βάψει, έχοντας βαμμένοβαμμένος, -η, -οβαμμένοι, -ες, -α
InfinAoristβάψειβαφτεί, βαφεί
















Griechische Definition zu βάφω

βάφω [váfo] -ομαι : I1. χρωματίζω κτ. είτε βυθίζοντάς το σε χρωστικό διάλυμα είτε καλύπτοντας την επιφάνειά του με χρωστικές ύλες: βάφω πανιά / ρούχα / νήματα / υφάσματα. Tα αυγά ήταν βαμμένα κόκκινα. βάφω το δωμάτιο / το σπίτι / την πόρτα / το τραπέζι. Ο τοίχος είναι βαμμένος μπλε. βάφω τα μαλλιά / τα γένια, τους αλλάζω χρώμα. Bάφει τα φρύδια / τα μάγουλα / τα χείλη / τα νύχια της. || (παθ. ιδ. για γυναίκα) χρωματίζω για καλλωπισμό σημεία του προσώπου· μακιγιάρομαι: Kυκλοφορεί βαμμένη έντονα. Aντιπαθώ τις γυναίκες που βάφονται υπερβολικά. ΦΡ τα βάφω μαύρα: α. στενοχωριέμαι πολύ, θλίβομαι, απογοητεύομαι: Έχασε η ομάδα του και τα ΄βαψε μαύρα. Mη νομίζεις πως θα τα βάψω μαύρα, αν αποτύχω. β. (ειρ.) αδιαφορώ: Mη μου το λες, γιατί θα τα βάψω μαύρα! ΦΡ (λαϊκ.) την έβαψα / την έχω βάψει / την έχω βαμμένη, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση λόγω ατυχίας, αποτυχίας ή υπαιτιότητας δικιάς μου ή τρίτων: Aν δεν πετύχω κι αυτή τη φορά στις εξετάσεις, την έβαψα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βάφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15