απρόσκοπτος  

  • bereit
    upvotedownvote
  • ungehindert
    upvotedownvote
  • ununterbrochen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... εκτελείται απρόσκοπτα μεταξύ ενός αριθμού διακομιστών με σκοπό τη μείωση του φόρτου εργασίας. Αυτό γίνεται για να επιτευχθεί συνεχής και απρόσκοπτη λειτουργία ...

... οίκου επίσης ποτέ δεν ήταν χαμηλότερη, καθώς πλέον οι Ρωμαίοι επενέβαιναν απρόσκοπτα στα εσωτερικά του κράτους, το οποίο είχε μεταλλαχθεί σε ανεπίσημη ρωμαϊκή ...

... έδωσε την ευκαιρία να εμφανιστούν νέα ταλέντα απο την επαρχία. Για την απρόσκοπτη προετοιμασία των αθλητριών αποφασίστηκε η απαγόρευση εισόδου αρρένων στο ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

aproskoptos


Deutsche Synonyme zu: απρόσκοπτος

in petto bereit parat fertig einsatzfähig verfügbar greifbar disponibel zu Diensten einsatzbereit startfertig bereit liegend griffbereit zur Hand in (unmittelbarer) Reichweite parat (haben) bei der Hand (haben / liegen) (direkt) vor mir (direkt) neben mir ungebunden ungezwungen zwanglos ungehindert frei ohne Beschränkung uneingeschränkt freie Bahn ohne Limit ununterbrochen dauernd unausgesetzt ständig in einer Tour beharrlich pausenlos unentwegt unaufhörlich ohne Unterlass unablässig am laufenden Band ohne abzusetzen ohne Unterbrechung nonstop beständig unterbrechungsfrei fortgesetzt fortlaufend die ganze Zeit die ganze Zeit hindurch die ganze Zeit über permanent in einem fort immerzu andauernd immerfort durchgängig durchgehend in einem durch unverwandt

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15