αποφασίζω  Verb  [apofasizo, apofasizw]

Ähnliche Bedeutung wie αποφασίζω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu αποφασίζω

αποφασίζω από κοινού


Beispielsätze αποφασίζω

... Βουλευτής (<αρχ. ελλ. βουλεύομαι "αποφασίζω") ονομάζεται ο εκπρόσωπος των ψηφοφόρων μιας χώρας που έχει εκλεχθεί για να τον εκπροσωπήσει στο Κοινοβούλιο ...

... Εκλογικά σώματα ήταν η Λοχίτιδα Εκκλησία (comitia centuriata), η οποία αποφάσιζε για θέματα πολέμου και ειρήνης και επίσης φρόντιζε για την εκλογή των ...

... μπάλας ποδοσφαίρου. Με στρίψιμο κέρματος πριν από την έναρξη του αγώνα αποφασίζεται σε ποια πλευρά του γηπέδου θα εγκαταστήσει την εστία της κάθε ομάδα και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich entscheiden

... Der magische 8-Ball ist nützlich, wenn man nicht weiß, wofür man sich entscheiden soll. ...

... Jeder kommt mal an den Punkt, wo er sich entscheiden muss, ob er hart bleiben oder davonlaufen will. ...

... Ich weiß noch nicht, wie sie sich entscheiden wird. ...

Quelle: Nero, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik



ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ
I decide
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποφασίζωαποφασίζουμε, αποφασίζομεαποφασίζομαιαποφασιζόμαστε
αποφασίζειςαποφασίζετεαποφασίζεσαιαποφασίζεστε, αποφασιζόσαστε
αποφασίζειαποφασίζουν(ε)αποφασίζεταιαποφασίζονται
Imper
fekt
αποφάσιζααποφασίζαμεαποφασιζόμουν(α)αποφασιζόμαστε, αποφασιζόμασταν
αποφάσιζεςαποφασίζατεαποφασιζόσουν(α)αποφασιζόσαστε, αποφασιζόσασταν
αποφάσιζεαποφάσιζαν, αποφασίζαν(ε)αποφασιζόταν(ε)αποφασίζονταν, αποφασιζόντανε, αποφασιζόντουσαν
Aoristαποφάσισααποφασίσαμεαποφασίστηκααποφασιστήκαμε
αποφάσισεςαποφασίσατεαποφασίστηκεςαποφασιστήκατε
αποφάσισεαποφάσισαν, αποφασίσαν(ε)αποφασίστηκεαποφασίστηκαν, αποφασιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αποφασίσει
έχω αποφασισμένο
έχουμε αποφασίσει
έχουμε αποφασισμένο
έχω αποφασιστεί
είμαι αποφασισμένος, -η
έχουμε αποφασιστεί
είμαστε αποφασισμένοι, -ες
έχεις αποφασίσει
έχεις αποφασισμένο
έχετε αποφασίσει
έχετε αποφασισμένο
έχεις αποφασιστεί
είσαι αποφασισμένος, -η
έχετε αποφασιστεί
είστε αποφασισμένοι, -ες
έχει αποφασίσει
έχει αποφασισμένο
έχουν αποφασίσει
έχουν αποφασισμένο
έχει αποφασιστεί
είναι αποφασισμένος, -η, -ο
έχουν αποφασιστεί
είναι αποφασισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αποφασίσει
είχα αποφασισμένο
είχαμε αποφασίσει
είχαμε αποφασισμένο
είχα αποφασιστεί
ήμουν αποφασισμένος, -η
είχαμε αποφασιστεί
ήμαστε αποφασισμένοι, -ες
είχες αποφασίσει
είχες αποφασισμένο
είχατε αποφασίσει
είχατε αποφασισμένο
είχες αποφασιστεί
ήσουν αποφασισμένος, -η
είχατε αποφασιστεί
ήσαστε αποφασισμένοι, -ες
είχε αποφασίσει
είχε αποφασισμένο
είχαν αποφασίσει
είχαν αποφασισμένο
είχε αποφασιστεί
ήταν αποφασισμένος, -η, -ο
είχαν αποφασιστεί
ήταν αποφασισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποφασίζωθα αποφασίζουμε, θα αποφασίζομεθα αποφασίζομαιθα αποφασιζόμαστε
θα αποφασίζειςθα αποφασίζετεθα αποφασίζεσαιθα αποφασίζεστε, θα αποφασιζόσαστε
θα αποφασίζειθα αποφασίζουν(ε)θα αποφασίζεταιθα αποφασίζονται
Fut
ur
θα αποφασίσωθα αποφασίσουμε, θα αποφασίζομεθα αποφασιστώθα αποφασιστούμε
θα αποφασίσειςθα αποφασίσετεθα αποφασιστείςθα αποφασιστείτε
θα αποφασίσειθα αποφασίσουν(ε)θα αποφασιστείθα αποφασιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποφασίσει
θα έχω αποφασισμένο
θα έχουμε αποφασίσει
θα έχουμε αποφασισμένο
θα έχω αποφασιστεί
θα είμαι αποφασισμένος, -η
θα έχουμε αποφασιστεί
θα είμαστε αποφασισμένοι, -ες
θα έχεις αποφασίσει
θα έχεις αποφασισμένο
θα έχετε αποφασίσει
θα έχετε αποφασισμένο
θα έχεις αποφασιστεί
θα είσαι αποφασισμένος, -η
θα έχετε αποφασιστεί
θα είστε αποφασισμένοι, -ες
θα έχει αποφασίσει
θα έχει αποφασισμένο
θα έχουν αποφασίσει
θα έχουν αποφασισμένο
θα έχει αποφασιστεί
θα είναι αποφασισμένος, -η, -ο
θα έχουν αποφασιστεί
θα είναι αποφασισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποφασίζωνα αποφασίζουμε, να αποφασίζομενα αποφασίζομαινα αποφασιζόμαστε
να αποφασίζειςνα αποφασίζετενα αποφασίζεσαινα αποφασίζεστε, να αποφασιζόσαστε
να αποφασίζεινα αποφασίζουν(ε)να αποφασίζεταινα αποφασίζονται
Aoristνα αποφασίσωνα αποφασίσουμε, να αποφασίσομενα αποφασιστώνα αποφασιστούμε
να αποφασίσειςνα αποφασίσετενα αποφασιστείςνα αποφασιστείτε
να αποφασίσεινα αποφασίσουν(ε)να αποφασιστείνα αποφασιστούν(ε)
Perfνα έχω αποφασίσει
να έχω αποφασισμένο
να έχουμε αποφασίσει
να έχουμε αποφασισμένο
να έχω αποφασιστεί
να είμαι αποφασισμένος, -η
να έχουμε αποφασιστεί
να είμαστε αποφασισμένοι, -ες
να έχεις αποφασίσει
να έχεις αποφασισμένο
να έχετε αποφασίσει
να έχετε αποφασισμένο
να έχεις αποφασιστεί
να είσαι αποφασισμένος, -η
να έχετε αποφασιστεί
να είστε αποφασισμένοι, -ες
να έχει αποφασίσει
να έχει αποφασισμένο
να έχουν αποφασίσει
να έχουν αποφασισμένο
να έχει αποφασιστεί
να είναι αποφασισμένος, -η, -ο
να έχουν αποφασιστεί
να είναι αποφασισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαποφάσιζεαποφασίζετεαποφασίζεστε
Aoristαποφάσισεαποφασίστεαποφασίσουαποφασιστείτε
Part
izip
Presαποφασίζονταςαποφασιζόμενος
Perfέχοντας αποφασίσει, έχοντας αποφασισμένοαποφασισμένος, -η, -οαποφασισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποφασίσειαποφασιστεί








Griechische Definition zu αποφασίζω

αποφασίζω [apofasízo] -ομαι : α.κάνω την τελική επιλογή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες δυνατότητες που μου προσφέρονται, ύστερα από σκέψη ή συζήτηση: Δεν αποφάσισε ακόμη ποιο επάγγελμα θα ακολουθήσει. Aποφάσισε να παντρευτεί. Επιτέλους αποφάσισε, θα φύγεις ή θα μείνεις; Δεν αποφάσισα τι θα κάνω / πού θα πάω. Είναι άνθρωπος που (δεν) αποφασίζει εύκολα, αποφασιστικός / αναποφάσιστος. Aποφασίστηκε η κήρυξη πολέμου / η αναβολή των εκλογών. Tο ταξίδι είναι αποφασισμένο. Είναι αποφασισμένο να… / ότι…, έχουν πάρει την απόφαση να… / ότι… || εκδίδω δικαστική απόφαση: Tο δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη του κατηγορουμένου. (έκφρ.) ο γιατρός τον αποφάσισε / τον έχει αποφασισμένο, για καταδικαστική διάγνωση που δε δίνει ελπίδες ζωής στον άρρωστο. β. καθορίζω ή επιβάλλω αυτό που πρέπει να γίνει: Ο μονάρχης αποφάσιζε για πόλεμο και ειρήνη. Ο αξιωματικός αποφασίζει και ο στρατιώτης εκτελεί. Aυτή αποφασίζει για όλα μέσα στο σπίτι. (έκφρ.) αποφασίζομεν και διατάσσομεν*. γ. (μππ., για πρόσ.) που έχει πάρει οριστική απόφαση σχετικά με κτ., που είναι ανυποχώρητος: Είναι αποφασισμένος για όλα, να κάνει ή να υποστεί οτιδήποτε. Ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν παρά να σκλαβωθούν.

[μσν. αποφασίζω (αρχική σημ.: `εκδίδω απόφαση΄) < απόφασ(ις) -ίζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποφασίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15