απομονώνω  Verb  [apomonono, apomonwnw]

Ähnliche Bedeutung wie απομονώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απομονώνω

... και στη συνέχεια δια εξατμίσεως απομονώνεται από τον διθειάνθρακα. Στη συνέχεια, με παρόμοιο τρόπο (με νερό) απομονώνεται το νίτρο και παραμένει το τρίτο ...

... Αιθέρια έλαια είναι πτητικές ουσίες που απομονώνονται μέσω μιας διεργασίας, όπως η απόσταξη, από ένα αρωματικό φυτό ενός συγκεκριμένου φυτικού είδους ...

... σύντηξη με όξινο θειικό νάτριο (ΝaHSO4) και διάλυση στο νερό, οπότε απομονώνεται το διαλυτό θειικό ρόδιο(ΙΙΙ), Rh2(SO)3, ενώ τα άλλα μέταλλα (Ru, Os, ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΜΟΝΩΝΩ
I isolate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απομονώνωαπομονώνουμε, απομονώνομεαπομονώνομαιαπομονωνόμαστε
απομονώνειςαπομονώνετεαπομονώνεσαιαπομονώνεστε, απομονωνόσαστε
απομονώνειαπομονώνουν(ε)απομονώνεταιαπομονώνονται
Imper
fekt
απομόνωνααπομονώναμεαπομονωνόμουν(α)απομονωνόμαστε, απομονωνόμασταν
απομόνωνεςαπομονώνατεαπομονωνόσουν(α)απομονωνόσαστε, απομονωνόσασταν
απομόνωνεαπομόνωναν, απομονώναν(ε)απομονωνόταν(ε)απομονώνονταν, απομονωνόντανε, απομονωνόντουσαν
Aoristαπομόνωσααπομονώσαμεαπομονώθηκααπομονωθήκαμε
απομόνωσεςαπομονώσατεαπομονώθηκεςαπομονωθήκατε
απομόνωσεαπομόνωσαν, απομονώσαν(ε)απομονώθηκεαπομονώθηκαν, απομονωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απομονώσει
έχω απομονωμένο
έχουμε απομονώσει
έχουμε απομονωμένο
έχω απομονωθεί
είμαι απομονωμένος, -η
έχουμε απομονωθεί
είμαστε απομονωμένοι, -ες
έχεις απομονώσει
έχεις απομονωμένο
έχετε απομονώσει
έχετε απομονωμένο
έχεις απομονωθεί
είσαι απομονωμένος, -η
έχετε απομονωθεί
είστε απομονωμένοι, -ες
έχει απομονώσει
έχει απομονωμένο
έχουν απομονώσει
έχουν απομονωμένο
έχει απομονωθεί
είναι απομονωμένος, -η, -ο
έχουν απομονωθεί
είναι απομονωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απομονώσει
είχα απομονωμένο
είχαμε απομονώσει
είχαμε απομονωμένο
είχα απομονωθεί
ήμουν απομονωμένος, -η
είχαμε απομονωθεί
ήμαστε απομονωμένοι, -ες
είχες απομονώσει
είχες απομονωμένο
είχατε απομονώσει
είχατε απομονωμένο
είχες απομονωθεί
ήσουν απομονωμένος, -η
είχατε απομονωθεί
ήσαστε απομονωμένοι, -ες
είχε απομονώσει
είχε απομονωμένο
είχαν απομονώσει
είχαν απομονωμένο
είχε απομονωθεί
ήταν απομονωμένος, -η, -ο
είχαν απομονωθεί
ήταν απομονωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απομονώνωθα απομονώνουμε, θα απομονώνομεθα απομονώνομαιθα απομονωνόμαστε
θα απομονώνειςθα απομονώνετεθα απομονώνεσαιθα απομονώνεστε, θα απομονωνόσαστε
θα απομονώνειθα απομονώνουν(ε)θα απομονώνεταιθα απομονώνονται
Fut
ur
θα απομονώσωθα απομονώσουμε, θα απομονώσομεθα απομονωθώθα απομονωθούμε
θα απομονώσειςθα απομονώσετεθα απομονωθείςθα απομονωθείτε
θα απομονώσειθα απομονώσουνθα απομονωθείθα απομονωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απομονώσει
θα έχω απομονωμένο
θα έχουμε απομονώσει
θα έχουμε απομονωμένο
θα έχω απομονωθεί
θα είμαι απομονωμένος, -η
θα έχουμε απομονωθεί
θα είμαστε απομονωμένοι, -ες
θα έχεις απομονώσει
θα έχεις απομονωμένο
θα έχετε απομονώσει
θα έχετε απομονωμένο
θα έχεις απομονωθεί
θα είσαι απομονωμένος, -η
θα έχετε απομονωθεί
θα είστε απομονωμένοι, -ες
θα έχει απομονώσει
θα έχει απομονωμένο
θα έχουν απομονώσει
θα έχουν απομονωμένο
θα έχει απομονωθεί
θα είναι απομονωμένος, -η, -ο
θα έχουν απομονωθεί
θα είναι απομονωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απομονώνωνα απομονώνουμε, να απομονώνομενα απομονώνομαινα απομονωνόμαστε
να απομονώνειςνα απομονώνετενα απομονώνεσαινα απομονώνεστε, να απομονωνόσαστε
να απομονώνεινα απομονώνουν(ε)να απομονώνεταινα απομονώνονται
Aoristνα απομονώσωνα απομονώσουμε, να απομονώσομενα απομονωθώνα απομονωθούμε
να απομονώσειςνα απομονώσετενα απομονωθείςνα απομονωθείτε
να απομονώσεινα απομονώσουν(ε)να απομονωθείνα απομονωθούν(ε)
Perfνα έχω απομονώσει
να έχω απομονωμένο
να έχουμε απομονώσει
να έχουμε απομονωμένο
να έχω απομονωθεί
να είμαι απομονωμένος, -η
να έχουμε απομονωθεί
να είμαστε απομονωμένοι, -ες
να έχεις απομονώσει
να έχεις απομονωμένο
να έχετε απομονώσει
να έχετε απομονωμένο
να έχεις απομονωθεί
να είσαι απομονωμένος, -η
να έχετε απομονωθεί
να είστε απομονωμένοι, -ες
να έχει απομονώσει
να έχει απομονωμένο
να έχουν απομονώσει
να έχουν απομονωμένο
να έχει απομονωθεί
να είναι απομονωμένος, -η, -ο
να έχουν απομονωθεί
να είναι απομονωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπομόνωνεαπομονώνετεαπομονώνεστε
Aoristαπομόνωσεαπομονώσετε, απομονώστεαπομονώσουαπομονωθείτε
Part
izip
Presαπομονώνοντας
Perfέχοντας απομονώσει, έχοντας απομονωμένοαπομονωμένος, -η, -οαπομονωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπομονώσειαπομονωθεί






Griechische Definition zu απομονώνω

απομονώνω [apomonóno] -ομαι : 1.διαχωρίζω, χωρίζω, απομακρύνω κτ. από ένα σύνολο, έτσι ώστε να μείνει μόνο του: απομονώνω μερικές λέξεις / φράσεις από ένα κείμενο. Οι επιστήμονες κατάφεραν να απομονώσουν το μικρόβιο της ασθένειας και να το πολεμήσουν. || διακόπτω τη σύνδεση: H συσκευή πρέπει να απομονωθεί από το σύστημα και να ελεγχθεί για πιθανή βλάβη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απομονώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15