absondern
 Verb

απομονώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Taranteln verdauern ihre Nahrung vor, indem sie eine starke Lösung absondern sodass das Fleisch in den Körper gesaugt werden kann.Οι ταραντούλες επεξεργάζονται την τροφή τους, εκκρίνοντας έναν διαλυτικό υγρό πάνω στο τραύμα... ώστε η σάρκα να ρουφηχτεί μέσα στο σώμα.

Übersetzung nicht bestätigt

Dafür muss er sich manchmal absondern und Abstand von der Mannschaft nehmen.Για να γίνει αυτό θα πρέπει συχνά να είναι μόνος... και να πάρει κάποια απόσταση από το πλήρωμά του.

Übersetzung nicht bestätigt

Um sicherzustellen, dass dies nicht geschieht, werde ich die Geschworenen für den Rest dieser Verhandlung absondern.Για να μην συμβεί αυτό... θα απομονώσω τους ενόρκους στο υπόλοιπο της δίκης.

Übersetzung nicht bestätigt

Die Stoffe, die Tiere absondern?Οι χημικές ουσίες που εκκρίνουν τα ζώα;

Übersetzung nicht bestätigt

Du bist mitten im Geschehen, darfst dich nicht absondern.Είσαι στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Πρέπει να διακοσμήσεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απομονώνωαπομονώνουμε, απομονώνομεαπομονώνομαιαπομονωνόμαστε
απομονώνειςαπομονώνετεαπομονώνεσαιαπομονώνεστε, απομονωνόσαστε
απομονώνειαπομονώνουν(ε)απομονώνεταιαπομονώνονται
Imper
fekt
απομόνωνααπομονώναμεαπομονωνόμουν(α)απομονωνόμαστε, απομονωνόμασταν
απομόνωνεςαπομονώνατεαπομονωνόσουν(α)απομονωνόσαστε, απομονωνόσασταν
απομόνωνεαπομόνωναν, απομονώναν(ε)απομονωνόταν(ε)απομονώνονταν, απομονωνόντανε, απομονωνόντουσαν
Aoristαπομόνωσααπομονώσαμεαπομονώθηκααπομονωθήκαμε
απομόνωσεςαπομονώσατεαπομονώθηκεςαπομονωθήκατε
απομόνωσεαπομόνωσαν, απομονώσαν(ε)απομονώθηκεαπομονώθηκαν, απομονωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω απομονώσει
έχω απομονωμένο
έχουμε απομονώσει
έχουμε απομονωμένο
έχω απομονωθεί
είμαι απομονωμένος, -η
έχουμε απομονωθεί
είμαστε απομονωμένοι, -ες
έχεις απομονώσει
έχεις απομονωμένο
έχετε απομονώσει
έχετε απομονωμένο
έχεις απομονωθεί
είσαι απομονωμένος, -η
έχετε απομονωθεί
είστε απομονωμένοι, -ες
έχει απομονώσει
έχει απομονωμένο
έχουν απομονώσει
έχουν απομονωμένο
έχει απομονωθεί
είναι απομονωμένος, -η, -ο
έχουν απομονωθεί
είναι απομονωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα απομονώσει
είχα απομονωμένο
είχαμε απομονώσει
είχαμε απομονωμένο
είχα απομονωθεί
ήμουν απομονωμένος, -η
είχαμε απομονωθεί
ήμαστε απομονωμένοι, -ες
είχες απομονώσει
είχες απομονωμένο
είχατε απομονώσει
είχατε απομονωμένο
είχες απομονωθεί
ήσουν απομονωμένος, -η
είχατε απομονωθεί
ήσαστε απομονωμένοι, -ες
είχε απομονώσει
είχε απομονωμένο
είχαν απομονώσει
είχαν απομονωμένο
είχε απομονωθεί
ήταν απομονωμένος, -η, -ο
είχαν απομονωθεί
ήταν απομονωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απομονώνωθα απομονώνουμε, θα απομονώνομεθα απομονώνομαιθα απομονωνόμαστε
θα απομονώνειςθα απομονώνετεθα απομονώνεσαιθα απομονώνεστε, θα απομονωνόσαστε
θα απομονώνειθα απομονώνουν(ε)θα απομονώνεταιθα απομονώνονται
Fut
ur
θα απομονώσωθα απομονώσουμε, θα απομονώσομεθα απομονωθώθα απομονωθούμε
θα απομονώσειςθα απομονώσετεθα απομονωθείςθα απομονωθείτε
θα απομονώσειθα απομονώσουνθα απομονωθείθα απομονωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απομονώσει
θα έχω απομονωμένο
θα έχουμε απομονώσει
θα έχουμε απομονωμένο
θα έχω απομονωθεί
θα είμαι απομονωμένος, -η
θα έχουμε απομονωθεί
θα είμαστε απομονωμένοι, -ες
θα έχεις απομονώσει
θα έχεις απομονωμένο
θα έχετε απομονώσει
θα έχετε απομονωμένο
θα έχεις απομονωθεί
θα είσαι απομονωμένος, -η
θα έχετε απομονωθεί
θα είστε απομονωμένοι, -ες
θα έχει απομονώσει
θα έχει απομονωμένο
θα έχουν απομονώσει
θα έχουν απομονωμένο
θα έχει απομονωθεί
θα είναι απομονωμένος, -η, -ο
θα έχουν απομονωθεί
θα είναι απομονωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απομονώνωνα απομονώνουμε, να απομονώνομενα απομονώνομαινα απομονωνόμαστε
να απομονώνειςνα απομονώνετενα απομονώνεσαινα απομονώνεστε, να απομονωνόσαστε
να απομονώνεινα απομονώνουν(ε)να απομονώνεταινα απομονώνονται
Aoristνα απομονώσωνα απομονώσουμε, να απομονώσομενα απομονωθώνα απομονωθούμε
να απομονώσειςνα απομονώσετενα απομονωθείςνα απομονωθείτε
να απομονώσεινα απομονώσουν(ε)να απομονωθείνα απομονωθούν(ε)
Perfνα έχω απομονώσει
να έχω απομονωμένο
να έχουμε απομονώσει
να έχουμε απομονωμένο
να έχω απομονωθεί
να είμαι απομονωμένος, -η
να έχουμε απομονωθεί
να είμαστε απομονωμένοι, -ες
να έχεις απομονώσει
να έχεις απομονωμένο
να έχετε απομονώσει
να έχετε απομονωμένο
να έχεις απομονωθεί
να είσαι απομονωμένος, -η
να έχετε απομονωθεί
να είστε απομονωμένοι, -ες
να έχει απομονώσει
να έχει απομονωμένο
να έχουν απομονώσει
να έχουν απομονωμένο
να έχει απομονωθεί
να είναι απομονωμένος, -η, -ο
να έχουν απομονωθεί
να είναι απομονωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπομόνωνεαπομονώνετεαπομονώνεστε
Aoristαπομόνωσεαπομονώσετε, απομονώστεαπομονώσουαπομονωθείτε
Part
izip
Presαπομονώνοντας
Perfέχοντας απομονώσει, έχοντας απομονωμένοαπομονωμένος, -η, -οαπομονωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπομονώσειαπομονωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback