αποκτώ  Verb  [apokto, apoktw]


Beispielsätze αποκτώ

... ποδόσφαιρο να φιλοδοξούν να αποκτήσουν τον πλούτο και τη λάμψη των κορυφαίων ποδοσφαιριστών. Οι κορυφαίοι ποδοσφαιριστές έχουν αποκτήσει επίσης και ομάδες θαυμαστών ...

... αγνότητα για τριάντα χρόνια. Ως αποτέλεσμα η γραμμή του Νουμίτορος δεν θα αποκτούσε άλλους απογόνους. Η Ρέα Συλβία τελικά έφερε στον κόσμο δίδυμα αγόρια, ...

... χήρεψε το 1802 από τη νόμιμη σύζυγό του, Μαρνέττα Κάκνη, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Ρομπέρτο και την Έλενα. Από το 1796 όμως είχε δεσμό με ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anschaffen

... Unser Leben ist viel schwerer als das unserer Vorfahren, weil wir uns so viele Dinge anschaffen müssen, die uns das Leben erleichtern. ...

... folgenden Abend. Betka geht mittlerweile anschaffen und füllt Jardas Portemonnaie. Kommissar Duschnitz hat derweil vor, das Treiben der Kampa-Hooligans ...

... folgenden zwei (Existenzgründer fünf) Jahre anschaffen oder herstellen wollte. Insgesamt war die Rücklagenbildung auf 154.000 (Existenzgründer 307.000 Euro) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΚΤΩ
I acquire
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκτάω, αποκτώαποκτάμε, αποκτούμεαποκτιέμαι, αποκτώμαιαποκτιόμαστε, αποκτώμαστε, αποκτώμεθα
αποκτάςαποκτάτεαποκτιέσαι, αποκτάσαιαποκτιέστε, αποκτιόσαστε, αποκτάστε, αποκτάσθε
αποκτάει, αποκτάαποκτάν(ε), αποκτούν(ε)αποκτιέται, αποκτάταιαποκτιούνται, αποκτιόνται, αποκτώνται
Imper
fekt
αποκτούσααποκτούσαμεαποκτιόμουν(α)αποκτιόμαστε, αποκτιόμασταν
αποκτούσεςαποκτούσατεαποκτιόσουν(α)αποκτιόσαστε, αποκτιόσασταν
αποκτούσεαποκτούσαν(ε)αποκτιόταν(ε)αποκτιόνταν(ε), αποκτιούνταν, αποκτιόντουσαν
Aoristαπόκτησα, απέκτησααποκτήσαμεαποκτήθηκααποκτηθήκαμε
απόκτησες, απέκτησεςαποκτήσατεαποκτήθηκεςαποκτηθήκατε
απόκτησε, απέκτησεαπόκτησαν, αποκτήσαν(ε), απέκτησαναποκτήθηκεαποκτήθηκαν, αποκτηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αποκτήσει
έχω αποκτημένο
έχουμε αποκτήσει
έχουμε αποκτημένο
έχω αποκτηθεί
είμαι αποκτημένος, -η
έχουμε αποκτηθεί
είμαστε αποκτημένοι, -ες
έχεις αποκτήσει
έχεις αποκτημένο
έχετε αποκτήσει
έχετε αποκτημένο
έχεις αποκτηθεί
είσαι αποκτημένος, -η
έχετε αποκτηθεί
είστε αποκτημένοι, -ες
έχει αποκτήσει
έχει αποκτημένο
έχουν αποκτήσει
έχουν αποκτημένο
έχει αποκτηθεί
είναι αποκτημένος, -η, -ο
έχουν αποκτηθεί
είναι αποκτημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα αποκτήσει
είχα αποκτημένο
είχαμε αποκτήσει
είχαμε αποκτημένο
είχα αποκτηθεί
ήμουν αποκτημένος, -η
είχαμε αποκτηθεί
ήμαστε αποκτημένοι, -ες
είχες αποκτήσει
είχες αποκτημένο
είχατε αποκτήσει
είχατε αποκτημένο
είχες αποκτηθεί
ήσουν αποκτημένος, -η
είχατε αποκτηθεί
ήσαστε αποκτημένοι, -ες
είχε αποκτήσει
είχε αποκτημένο
είχαν αποκτήσει
είχαν αποκτημένο
είχε αποκτηθεί
ήταν αποκτημένος, -η, -ο
είχαν αποκτηθεί
ήταν αποκτημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκτάω, θα αποκτώθα αποκτάμε, θα αποκτούμεθα αποκτιέμαι, θα αποκτώμαιθα αποκτιόμαστε, θα αποκτόμαστε, θα αποκτώμεθα
θα αποκτάςθα αποκτάτεθα αποκτιέσαι, θα αποκτάσαιθα αποκτιέστε, θα αποκτιόσαστε, θα αποκτάστε, θα αποκτάσθε
θα αποκτάει, θα αποκτάθα αποκτάν(ε), θα αποκτούν(ε)θα αποκτιέται, θα αποκτάταιθα αποκτιούνται, θα αποκτιόνται, θα αποκτώνται
Fut
ur
θα αποκτήσωθα αποκτήσουμε, θα αποκτήσομεθα αποκτηθώθα αποκτηθούμε
θα αποκτήσειςθα αποκτήσετεθα αποκτηθείςθα αποκτηθείτε
θα αποκτήσειθα αποκτήσουν(ε)θα αποκτηθείθα αποκτηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκτήσει
θα έχω αποκτημένο
θα έχουμε αποκτήσει
θα έχουμε αποκτημένο
θα έχω αποκτηθεί
θα είμαι αποκτημένος, -η
θα έχουμε αποκτηθεί
θα είμαστε αποκτημένοι, -ες
θα έχεις αποκτήσει
θα έχεις αποκτημένο
θα έχετε αποκτήσει
θα έχετε αποκτημένο
θα έχεις αποκτηθεί
θα είσαι αποκτημένος, -η
θα έχετε αποκτηθεί
θα είστε αποκτημένοι, -ες
θα έχει αποκτήσει
θα έχει αποκτημένο
θα έχουν αποκτήσει
θα έχουν αποκτημένο
θα έχει αποκτηθεί
θα είναι αποκτημένος, -η, -ο
θα έχουν αποκτηθεί
θα είναι αποκτημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκτάω, να αποκτώνα αποκτάμε, να αποκτούμενα αποκτιέμαι, να αποκτώμαινα αποκτιόμαστε, να αποκτόμαστε, να αποκτώμεθα
να αποκτάςνα αποκτάτενα αποκτιέσαι, να αποκτάσαινα αποκτιέστε, να αποκτιόσαστε, να αποκτάστε, να αποκτάσθε
να αποκτάει, να αποκτάνα αποκτάν(ε), να αποκτούν(ε)να αποκτιέται, να αποκτάταινα αποκτιούνται, να αποκτιόνται, να αποκτώνται
Aoristνα αποκτήσωνα αποκτήσουμε, να αποκτήσομενα αποκτηθώνα αποκτηθούμε
να αποκτήσειςνα αποκτήσετενα αποκτηθείςνα αποκτηθείτε
να αποκτήσεινα αποκτήσουν(ε)να αποκτηθείνα αποκτηθούν(ε)
Perfνα έχω αποκτήσει
να έχω αποκτημένο
να έχουμε αποκτήσει
να έχουμε αποκτημένο
να έχω αποκτηθεί
να είμαι αποκτημένος, -η
να έχουμε αποκτηθεί
να είμαστε αποκτημένοι, -ες
να έχεις αποκτήσει
να έχεις αποκτημένο
να έχετε αποκτήσει
να έχετε αποκτημένο
να έχεις αποκτηθεί
να είσαι αποκτημένος, -η
να έχετε αποκτηθεί
να είστε αποκτημένοι, -η
να έχει αποκτήσει
να έχει αποκτημένο
να έχουν αποκτήσει
να έχουν αποκτημένο
να έχει αποκτηθεί
να είναι αποκτημένος, -η, -ο
να έχουν αποκτηθεί
να είναι αποκτημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόκτα, απόκταγεαποκτάτεαποκτιέστε
Aoristαπόκτησε, απόκτααποκτήστεαποκτήσουαποκτηθείτε
Part
izip
Presαποκτώντας
Perfέχοντας αποκτήσει, έχοντας αποκτημένοαποκτημένος, -η, -οαποκτημένοι, -ες, -α
InfinAoristαποκτήσειαποκτηθεί








Griechische Definition zu αποκτώ

αποκτώ [apoktó] & -άω, -ιέμαι : 1.γίνομαι κάτοχος κάποιου πράγματος (που προηγουμένως δεν είχα): αποκτώ χρήματα / φήμη / δόξα. Mε τη δουλειά του απόκτησε μεγάλη περιουσία. Ό,τι έχει το απόκτησε με κόπους και θυσίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποκτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15