anschaffen
 Verb

αποκτώ Verb
(0)
αγοράζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Willst du damit sagen, ich soll meine Weiber rauswerfen und mir ein paar von den Dingern anschaffen?Εννοεις οτι μπορω να ξεφορτωθω ολες τις γυναικες μου.......

Übersetzung nicht bestätigt

Du kannst dir eine Frau anschaffen, die kocht.Που θα πρεπει να πεινασεις θα σου δωσω χρονο πριν καταλαβεις

Übersetzung nicht bestätigt

Wiederbelebungsapparat anschaffen.Ίσως φέρουν κι άλλο μηχάνημα για ανάνηψη τώρα.

Übersetzung nicht bestätigt

Angenommen, irgendein Schwachkopf will sich so einen Gammelhobel vielleicht aus Spaß anschaffen, wie wäre es dann mit 50 Mäuse?Εννοώ αφού θέλεις κι εσύ να το ξεφορτωθείς... -καλά είναι 50$;

Übersetzung nicht bestätigt

"Maria Großzahn" ging früher mit einem großen Typen namens Cesare. Da gingst du noch nicht anschaffen.Η Μαρία η Δοντού πήγαινε μ' αυτόν τον ψηλό τον Τσέζαρε πριν δουλέψεις εδώ.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκτάω, αποκτώαποκτάμε, αποκτούμεαποκτιέμαι, αποκτώμαιαποκτιόμαστε, αποκτώμαστε, αποκτώμεθα
αποκτάςαποκτάτεαποκτιέσαι, αποκτάσαιαποκτιέστε, αποκτιόσαστε, αποκτάστε, αποκτάσθε
αποκτάει, αποκτάαποκτάν(ε), αποκτούν(ε)αποκτιέται, αποκτάταιαποκτιούνται, αποκτιόνται, αποκτώνται
Imper
fekt
αποκτούσααποκτούσαμεαποκτιόμουν(α)αποκτιόμαστε, αποκτιόμασταν
αποκτούσεςαποκτούσατεαποκτιόσουν(α)αποκτιόσαστε, αποκτιόσασταν
αποκτούσεαποκτούσαν(ε)αποκτιόταν(ε)αποκτιόνταν(ε), αποκτιούνταν, αποκτιόντουσαν
Aoristαπόκτησα, απέκτησααποκτήσαμεαποκτήθηκααποκτηθήκαμε
απόκτησες, απέκτησεςαποκτήσατεαποκτήθηκεςαποκτηθήκατε
απόκτησε, απέκτησεαπόκτησαν, αποκτήσαν(ε), απέκτησαναποκτήθηκεαποκτήθηκαν, αποκτηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αποκτήσει
έχω αποκτημένο
έχουμε αποκτήσει
έχουμε αποκτημένο
έχω αποκτηθεί
είμαι αποκτημένος, -η
έχουμε αποκτηθεί
είμαστε αποκτημένοι, -ες
έχεις αποκτήσει
έχεις αποκτημένο
έχετε αποκτήσει
έχετε αποκτημένο
έχεις αποκτηθεί
είσαι αποκτημένος, -η
έχετε αποκτηθεί
είστε αποκτημένοι, -ες
έχει αποκτήσει
έχει αποκτημένο
έχουν αποκτήσει
έχουν αποκτημένο
έχει αποκτηθεί
είναι αποκτημένος, -η, -ο
έχουν αποκτηθεί
είναι αποκτημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα αποκτήσει
είχα αποκτημένο
είχαμε αποκτήσει
είχαμε αποκτημένο
είχα αποκτηθεί
ήμουν αποκτημένος, -η
είχαμε αποκτηθεί
ήμαστε αποκτημένοι, -ες
είχες αποκτήσει
είχες αποκτημένο
είχατε αποκτήσει
είχατε αποκτημένο
είχες αποκτηθεί
ήσουν αποκτημένος, -η
είχατε αποκτηθεί
ήσαστε αποκτημένοι, -ες
είχε αποκτήσει
είχε αποκτημένο
είχαν αποκτήσει
είχαν αποκτημένο
είχε αποκτηθεί
ήταν αποκτημένος, -η, -ο
είχαν αποκτηθεί
ήταν αποκτημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκτάω, θα αποκτώθα αποκτάμε, θα αποκτούμεθα αποκτιέμαι, θα αποκτώμαιθα αποκτιόμαστε, θα αποκτόμαστε, θα αποκτώμεθα
θα αποκτάςθα αποκτάτεθα αποκτιέσαι, θα αποκτάσαιθα αποκτιέστε, θα αποκτιόσαστε, θα αποκτάστε, θα αποκτάσθε
θα αποκτάει, θα αποκτάθα αποκτάν(ε), θα αποκτούν(ε)θα αποκτιέται, θα αποκτάταιθα αποκτιούνται, θα αποκτιόνται, θα αποκτώνται
Fut
ur
θα αποκτήσωθα αποκτήσουμε, θα αποκτήσομεθα αποκτηθώθα αποκτηθούμε
θα αποκτήσειςθα αποκτήσετεθα αποκτηθείςθα αποκτηθείτε
θα αποκτήσειθα αποκτήσουν(ε)θα αποκτηθείθα αποκτηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκτήσει
θα έχω αποκτημένο
θα έχουμε αποκτήσει
θα έχουμε αποκτημένο
θα έχω αποκτηθεί
θα είμαι αποκτημένος, -η
θα έχουμε αποκτηθεί
θα είμαστε αποκτημένοι, -ες
θα έχεις αποκτήσει
θα έχεις αποκτημένο
θα έχετε αποκτήσει
θα έχετε αποκτημένο
θα έχεις αποκτηθεί
θα είσαι αποκτημένος, -η
θα έχετε αποκτηθεί
θα είστε αποκτημένοι, -ες
θα έχει αποκτήσει
θα έχει αποκτημένο
θα έχουν αποκτήσει
θα έχουν αποκτημένο
θα έχει αποκτηθεί
θα είναι αποκτημένος, -η, -ο
θα έχουν αποκτηθεί
θα είναι αποκτημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκτάω, να αποκτώνα αποκτάμε, να αποκτούμενα αποκτιέμαι, να αποκτώμαινα αποκτιόμαστε, να αποκτόμαστε, να αποκτώμεθα
να αποκτάςνα αποκτάτενα αποκτιέσαι, να αποκτάσαινα αποκτιέστε, να αποκτιόσαστε, να αποκτάστε, να αποκτάσθε
να αποκτάει, να αποκτάνα αποκτάν(ε), να αποκτούν(ε)να αποκτιέται, να αποκτάταινα αποκτιούνται, να αποκτιόνται, να αποκτώνται
Aoristνα αποκτήσωνα αποκτήσουμε, να αποκτήσομενα αποκτηθώνα αποκτηθούμε
να αποκτήσειςνα αποκτήσετενα αποκτηθείςνα αποκτηθείτε
να αποκτήσεινα αποκτήσουν(ε)να αποκτηθείνα αποκτηθούν(ε)
Perfνα έχω αποκτήσει
να έχω αποκτημένο
να έχουμε αποκτήσει
να έχουμε αποκτημένο
να έχω αποκτηθεί
να είμαι αποκτημένος, -η
να έχουμε αποκτηθεί
να είμαστε αποκτημένοι, -ες
να έχεις αποκτήσει
να έχεις αποκτημένο
να έχετε αποκτήσει
να έχετε αποκτημένο
να έχεις αποκτηθεί
να είσαι αποκτημένος, -η
να έχετε αποκτηθεί
να είστε αποκτημένοι, -η
να έχει αποκτήσει
να έχει αποκτημένο
να έχουν αποκτήσει
να έχουν αποκτημένο
να έχει αποκτηθεί
να είναι αποκτημένος, -η, -ο
να έχουν αποκτηθεί
να είναι αποκτημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπόκτα, απόκταγεαποκτάτεαποκτιέστε
Aoristαπόκτησε, απόκτααποκτήστεαποκτήσουαποκτηθείτε
Part
izip
Presαποκτώντας
Perfέχοντας αποκτήσει, έχοντας αποκτημένοαποκτημένος, -η, -οαποκτημένοι, -ες, -α
InfinAoristαποκτήσειαποκτηθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγοράζωαγοράζουμε, αγοράζομεαγοράζομαιαγοραζόμαστε
αγοράζειςαγοράζετεαγοράζεσαιαγοράζεστε, αγοραζόσαστε
αγοράζειαγοράζουν(ε)αγοράζεταιαγοράζονται
Imper
fekt
αγόραζααγοράζαμεαγοραζόμουν(α)αγοραζόμαστε, αγοραζόμασταν
αγόραζεςαγοράζατεαγοραζόσουν(α)αγοραζόσαστε, αγοραζόσασταν
αγόραζεαγόραζαν, αγοράζαν(ε)αγοραζόταν(ε)αγοράζονταν, αγοραζόντανε, αγοραζόντουσαν
Aoristαγόρασααγοράσαμεαγοράστηκααγοραστήκαμε
αγόρασεςαγοράσατεαγοράστηκεςαγοραστήκατε
αγόρασεαγόρασαν, αγοράσαν(ε)αγοράστηκεαγοράστηκαν, αγοραστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αγοράσει
έχω αγορασμένο
έχουμε αγοράσει
έχουμε αγορασμένο
έχω αγοραστεί
είμαι αγορασμένος, -η
έχουμε αγοραστεί
είμαστε αγορασμένοι, -ες
έχεις αγοράσει
έχεις αγορασμένο
έχετε αγοράσει
έχετε αγορασμένο
έχεις αγοραστεί
είσαι αγορασμένος, -η
έχετε αγοραστεί
είστε αγορασμένοι, -ες
έχει αγοράσει
έχει αγορασμένο
έχουν αγοράσει
έχουν αγορασμένο
έχει αγοραστεί
είναι αγορασμένος, -η, -ο
έχουν αγοραστεί
είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αγοράσει
είχα αγορασμένο
είχαμε αγοράσει
είχαμε αγορσμένο
είχα αγοραστεί
ήμουν αγορασμένος, -η
είχαμε αγοραστεί
ήμαστε αγορασμένοι, -ες
είχες αγοράσει
είχες αγορασμένο
είχατε αγοράσει
είχατε αγορασμένο
είχες αγοραστεί
ήσουν αγορασμένος, -η
είχατε αγοραστεί
ήσαστε αγορασμένοι, -ες
είχε αγοράσει
είχε αγορασμένο
είχαν αγοράσει
είχαν αγορασμένο
είχε αγοραστεί
ήταν αγορασμένος, -η, -ο
είχαν αγοραστεί
ήταν αγορασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγοράζωθα αγοράζουμε, θα αγοράζομεθα αγοράζομαιθα αγοραζόμαστε
θα αγοράζειςθα αγοράζετεθα αγοράζεσαιθα αγοράζεστε, θα αγοραζόσαστε
θα αγοράζειθα αγοράζουν(ε)θα αγοράζεταιθα αγοράζονται
Fut
ur
θα αγοράσωθα αγοράσουμε, θα αγοράζομεθα αγοραστώθα αγοραστούμε
θα αγοράσειςθα αγοράσετεθα αγοραστείςθα αγοραστείτε
θα αγοράσειθα αγοράσουν(ε)θα αγοραστείθα αγοραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγοράσει
θα έχω αγορασμένο
θα έχουμε αγοράσει
θα έχουμε αγορασμένο
θα έχω αγοραστεί
θα είμαι αγορασμένος, -η
θα έχουμε αγοραστεί
θα είμαστε αγορασμένοι, -ες
θα έχεις αγοράσει
θα έχεις αγορασμένο
θα έχετε αγοράσει
θα έχετε αγορασμένο
θα έχεις αγοραστεί
θα είσαι αγορασμένος, -η
θα έχετε αγοραστεί
θα είστε αγορασμένοι, -ες
θα έχει αγοράσει
θα έχει αγορασμένο
θα έχουν αγοράσει
θα έχουν αγορασμένο
θα έχει αγοραστεί
θα είναι αγορασμένος, -η, -ο
θα έχουν αγοραστεί
θα είναι αγορασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγοράζωνα αγοράζουμε, να αγοράζομενα αγοράζομαινα αγοραζόμαστε
να αγοράζειςνα αγοράζετενα αγοράζεσαινα αγοράζεστε, να αγοραζόσαστε
να αγοράζεινα αγοράζουν(ε)να αγοράζεταινα αγοράζονται
Aoristνα αγοράσωνα αγοράσουμε, να αγοράσομενα αγοραστώνα αγοραστούμε
να αγοράσειςνα αγοράσετενα αγοραστείςνα αγοραστείτε
να αγοράσεινα αγοράσουν(ε)να αγοραστείνα αγοραστούν(ε)
Perfνα έχω αγοράσει
να έχω αγορασμένο
να έχουμε αγοράσει
να έχουμε αγορασμένο
να έχω αγοραστεί
να είμαι αγορασμένος, -η
να έχουμε αγοραστεί
να είμαστε αγορασμένοι, -ες
να έχεις αγοράσει
να έχεις αγορασμένο
να έχετε αγοράσει
να έχετε αγορασμένο
να έχεις αγοραστεί
να είσαι αγορασμένος, -η
να έχετε αγοραστεί
να είστε αγορασμένοι, -ες
να έχει αγοράσει
να έχει αγορασμένο
να έχουν αγοράσει
να έχουν αγορασμένο
να έχει αγοραστεί
να είναι αγορασμένος, -η, -ο
να έχουν αγοραστεί
να είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαγόραζεαγοράζετεαγοράζεστε
Aoristαγόρασεαγοράστεαγοράσουαγοραστείτε
Part
izip
Presαγοράζονταςαγοραζόμενος
Perfέχοντας αγοράσει, έχοντας αγορασμένοαγορασμένος, -η, -οαγορασμένοι, -ες, -α
InfinAoristαγοράσειαγοραστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback