αγοράζω  Verb  [agorazo, arorazo, agorazw]

Ähnliche Bedeutung wie αγοράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αγοράζω

... με το χρυσό, προσπάθησαν να μονοπωλήσουν την παγκόσμια αγορά αργύρου αγοράζοντας τεράστιες ποσότητες του μετάλλου για να δημιουργήσουν τεχνητή έλλειψη ...

... το Γεώργιο Ζολώτα προέρχεται από το ρήμα ωνούμαι (έομαι), που σημαίνει αγοράζω. Άρα νεώνητα σημαίνει νεοαγορασμένα και αναφέρεται σε χέρσες εκτάσεις γης ...

... οικονομία και αγοράζονται από αλλοδαπούς (εξαγωγές) μείον τη δαπάνη για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην αλλοδαπή και αγοράζονται απο τους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kaufen

... Es ist schade, dass man Wunder nicht kaufen kann, wie man Kartoffeln kauft. ...

... Diese Gitarre ist so teuer, dass ich sie nicht kaufen kann. ...

... Wenn du zufälligerweise von jemandem hörst, der ein Haus kaufen möchte, sag mir bitte Bescheid. ...

Quelle: MUIRIEL, Sprachprofi, xtofu80

Grammatik


ΑΓΟΡΑΖΩ
I buy
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγοράζωαγοράζουμε, αγοράζομεαγοράζομαιαγοραζόμαστε
αγοράζειςαγοράζετεαγοράζεσαιαγοράζεστε, αγοραζόσαστε
αγοράζειαγοράζουν(ε)αγοράζεταιαγοράζονται
Imper
fekt
αγόραζααγοράζαμεαγοραζόμουν(α)αγοραζόμαστε, αγοραζόμασταν
αγόραζεςαγοράζατεαγοραζόσουν(α)αγοραζόσαστε, αγοραζόσασταν
αγόραζεαγόραζαν, αγοράζαν(ε)αγοραζόταν(ε)αγοράζονταν, αγοραζόντανε, αγοραζόντουσαν
Aoristαγόρασααγοράσαμεαγοράστηκααγοραστήκαμε
αγόρασεςαγοράσατεαγοράστηκεςαγοραστήκατε
αγόρασεαγόρασαν, αγοράσαν(ε)αγοράστηκεαγοράστηκαν, αγοραστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αγοράσει
έχω αγορασμένο
έχουμε αγοράσει
έχουμε αγορασμένο
έχω αγοραστεί
είμαι αγορασμένος, -η
έχουμε αγοραστεί
είμαστε αγορασμένοι, -ες
έχεις αγοράσει
έχεις αγορασμένο
έχετε αγοράσει
έχετε αγορασμένο
έχεις αγοραστεί
είσαι αγορασμένος, -η
έχετε αγοραστεί
είστε αγορασμένοι, -ες
έχει αγοράσει
έχει αγορασμένο
έχουν αγοράσει
έχουν αγορασμένο
έχει αγοραστεί
είναι αγορασμένος, -η, -ο
έχουν αγοραστεί
είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αγοράσει
είχα αγορασμένο
είχαμε αγοράσει
είχαμε αγορσμένο
είχα αγοραστεί
ήμουν αγορασμένος, -η
είχαμε αγοραστεί
ήμαστε αγορασμένοι, -ες
είχες αγοράσει
είχες αγορασμένο
είχατε αγοράσει
είχατε αγορασμένο
είχες αγοραστεί
ήσουν αγορασμένος, -η
είχατε αγοραστεί
ήσαστε αγορασμένοι, -ες
είχε αγοράσει
είχε αγορασμένο
είχαν αγοράσει
είχαν αγορασμένο
είχε αγοραστεί
ήταν αγορασμένος, -η, -ο
είχαν αγοραστεί
ήταν αγορασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγοράζωθα αγοράζουμε, θα αγοράζομεθα αγοράζομαιθα αγοραζόμαστε
θα αγοράζειςθα αγοράζετεθα αγοράζεσαιθα αγοράζεστε, θα αγοραζόσαστε
θα αγοράζειθα αγοράζουν(ε)θα αγοράζεταιθα αγοράζονται
Fut
ur
θα αγοράσωθα αγοράσουμε, θα αγοράζομεθα αγοραστώθα αγοραστούμε
θα αγοράσειςθα αγοράσετεθα αγοραστείςθα αγοραστείτε
θα αγοράσειθα αγοράσουν(ε)θα αγοραστείθα αγοραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγοράσει
θα έχω αγορασμένο
θα έχουμε αγοράσει
θα έχουμε αγορασμένο
θα έχω αγοραστεί
θα είμαι αγορασμένος, -η
θα έχουμε αγοραστεί
θα είμαστε αγορασμένοι, -ες
θα έχεις αγοράσει
θα έχεις αγορασμένο
θα έχετε αγοράσει
θα έχετε αγορασμένο
θα έχεις αγοραστεί
θα είσαι αγορασμένος, -η
θα έχετε αγοραστεί
θα είστε αγορασμένοι, -ες
θα έχει αγοράσει
θα έχει αγορασμένο
θα έχουν αγοράσει
θα έχουν αγορασμένο
θα έχει αγοραστεί
θα είναι αγορασμένος, -η, -ο
θα έχουν αγοραστεί
θα είναι αγορασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγοράζωνα αγοράζουμε, να αγοράζομενα αγοράζομαινα αγοραζόμαστε
να αγοράζειςνα αγοράζετενα αγοράζεσαινα αγοράζεστε, να αγοραζόσαστε
να αγοράζεινα αγοράζουν(ε)να αγοράζεταινα αγοράζονται
Aoristνα αγοράσωνα αγοράσουμε, να αγοράσομενα αγοραστώνα αγοραστούμε
να αγοράσειςνα αγοράσετενα αγοραστείςνα αγοραστείτε
να αγοράσεινα αγοράσουν(ε)να αγοραστείνα αγοραστούν(ε)
Perfνα έχω αγοράσει
να έχω αγορασμένο
να έχουμε αγοράσει
να έχουμε αγορασμένο
να έχω αγοραστεί
να είμαι αγορασμένος, -η
να έχουμε αγοραστεί
να είμαστε αγορασμένοι, -ες
να έχεις αγοράσει
να έχεις αγορασμένο
να έχετε αγοράσει
να έχετε αγορασμένο
να έχεις αγοραστεί
να είσαι αγορασμένος, -η
να έχετε αγοραστεί
να είστε αγορασμένοι, -ες
να έχει αγοράσει
να έχει αγορασμένο
να έχουν αγοράσει
να έχουν αγορασμένο
να έχει αγοραστεί
να είναι αγορασμένος, -η, -ο
να έχουν αγοραστεί
να είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαγόραζεαγοράζετεαγοράζεστε
Aoristαγόρασεαγοράστεαγοράσουαγοραστείτε
Part
izip
Presαγοράζονταςαγοραζόμενος
Perfέχοντας αγοράσει, έχοντας αγορασμένοαγορασμένος, -η, -οαγορασμένοι, -ες, -α
InfinAoristαγοράσειαγοραστεί



Person Wortform
Präsens ich kaufe
du kaufst
er, sie, es kauft
Präteritum ich kaufte
Konjunktiv II ich kaufte
Imperativ Singular kauf!
Plural kauft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekauft haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kaufen










Griechische Definition zu αγοράζω

αγοράζω [aγorázo] -ομαι : 1.αποκτώ, προμηθεύομαι κτ. έναντι χρημάτων: αγοράζω τρόφιμα / ρούχα / ποτά, ψωνίζω. αγοράζω σπίτι / οικόπεδο / αυτοκίνητο. αγοράζω χοντρικώς / λιανικώς / με πίστωση / με δόσεις / τοις μετρητοίς* / με έκπτωση. αγοράζω κτ. φτηνά / ακριβά / μισοτιμής. Tης αγόρασε ένα ακριβό κόσμημα και της το ΄κανε δώρο. Θα μου αγοράσεις το τρενάκι; ΦΡ αγοράζω γουρούνι στο σακί*. (λόγ.) αγρόν* ηγόρασε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγοράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15