αποκαλύπτω  Verb  [apokalipto, apokalyptw]

Ähnliche Bedeutung wie αποκαλύπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αποκαλύπτω

... η μετακίνηση ή η πλήρης αφαίρεση της φανέλας κατά τον πανηγυρισμό, αποκαλύπτοντας πολιτικά, θρησκευτικά ή προσωπικά συνθήματα τα οποία είχαν εκτυπωθεί ...

... ουσία. Τα χειρόγραφά του δεν περιέχουν τα έργα καθαρογραμμένα, αλλά αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα η τελευταία επεξεργασία ...

... και Β Επιστολές προς Κορινθίους). Η αλληλογραφία του με την Κόρινθο αποκαλύπτει τις μεγάλες δυσκολίες οι οποίες μπορούσαν να ανακύψουν. Ο Παύλος είχε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze enttarnen

... Suche nach einer vermissten Person sind und dabei eine große Verschwörung enttarnen. Nach seiner Premiere am 15. Mai 2016 kam der Film am 20. Mai 2016 in ...

... Zauberkräfte der neuen Zimmergenossin auffallen könnten. Doch durch einen Zufall enttarnen sich beide als Hexen. So werden Sabrina und Gwen beste Freundinnen. Sabrina ...

... Deutschen Privatanlegern ist es kaum möglich, eine solche Iceberg Order zu enttarnen, da sie über keinen direkten Zugang zur Computerbörse XETRA verfügen und ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ
I reveal
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκαλύπτωαποκαλύπτουμε, αποκαλύπτομεαποκαλύπτομαιαποκαλυπτόμαστε
αποκαλύπτειςαποκαλύπτετεαποκαλύπτεσαιαποκαλύπτεστε, αποκαλυπτόσαστε
αποκαλύπτειαποκαλύπτουν(ε)αποκαλύπτεταιαποκαλύπτονται
Imper
fekt
αποκάλυπτααποκαλύπταμεαποκαλυπτόμουν(α)αποκαλυπτόμαστε, αποκαλυπτόμασταν
αποκάλυπτεςαποκαλύπτατεαποκαλυπτόσουν(α)αποκαλυπτόσαστε
αποκάλυπτεαποκάλυπταν, αποκαλύπταν(ε)αποκαλυπτόταν(ε)αποκαλύπτονταν
Aoristαποκάλυψααποκαλύψαμεαποκαλύφθηκα, αποκαλύφτηκααποκαλυφθήκαμε, αποκαλυφτήκαμε
αποκάλυψεςαποκαλύψατεαποκαλύφθηκες, αποκαλύφτηκεςαποκαλυφθήκατε, αποκαλυφτήκατε
αποκάλυψεαποκάλυψαν, αποκαλύψαν(ε)αποκαλύφθηκε, αποκαλύφτηκεαποκαλύφθηκαν, αποκαλυφθήκαν(ε), αποκαλύφτηκαν, αποκαλυφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω αποκαλύψειέχουμε αποκαλύψειέχω αποκαλυφθεί
έχω αποκαλυφτεί
έχουμε αποκαλυφθεί
έχουμε αποκαλυφτεί
έχεις αποκαλύψειέχετε αποκαλύψειέχεις αποκαλυφθεί
έχεις αποκαλυφτεί
έχετε αποκαλυφθεί
έχετε αποκαλυφτεί
έχει αποκαλύψειέχουν αποκαλύψειέχει αποκαλυφθεί
έχει αποκαλυφτεί
έχουν αποκαλυφθεί
έχουν αποκαλυφτεί
Plu
per
fect
είχα αποκαλύψειείχαμε αποκαλύψειείχα αποκαλυφθεί
είχα αποκαλυφτεί
είχαμε αποκαλυφθεί
είχαμε αποκαλυφτεί
είχες αποκαλύψειείχατε αποκαλύψειείχες αποκαλυφθεί
είχες αποκαλυφτεί
είχατε αποκαλυφθεί
είχατε αποκαλυφτεί
είχε αποκαλύψειείχαν αποκαλύψειείχε αποκαλυφθεί
είχε αποκαλυφτεί
είχαν αποκαλυφθεί
είχαν αποκαλυφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκαλύπτωθα αποκαλύπτουμε, θα αποκαλύπτομεθα αποκαλύπτομαιθα αποκαλυπτόμαστε
θα αποκαλύπτειςθα αποκαλύπτετεθα αποκαλύπτεσαιθα αποκαλύπτεστε, θα αποκαλυπτόσαστε
θα αποκαλύπτειθα αποκαλύπτουν(ε)θα αποκαλύπτεταιθα αποκαλύπτονται
Fut
ur
θα αποκαλύψωθα αποκαλύψουμε, θα αποκαλύψομεθα αποκαλυφθώ, θα αποκαλυφτώθα αποκαλυφθούμε, θα αποκαλυφτούμε
θα αποκαλύψειςθα αποκαλύψετεθα αποκαλυφθείς, θα αποκαλυφτείςθα αποκαλυφθείτε, θα αποκαλυφτείτε
θα αποκαλύψειθα αποκαλύψουν(ε)θα αποκαλυφθεί, θα αποκαλυφτείθα αποκαλυφθούν(ε), θα αποκαλυφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκαλύψειθα έχουμε αποκαλύψειθα έχω αποκαλυφθεί
θα έχω αποκαλυφτεί
θα έχουμε αποκαλυφθεί
θα έχουμε αποκαλυφτεί
θα έχεις αποκαλύψειθα έχετε αποκαλύψειθα έχεις αποκαλυφθεί
θα έχεις αποκαλυφτεί
θα έχετε αποκαλυφθεί
θα έχετε αποκαλυφτεί
θα έχει αποκαλύψειθα έχουν αποκαλύψειθα έχει αποκαλυφθεί
θα έχει αποκαλυφτεί
θα έχουν αποκαλυφθεί
θα έχουν αποκαλυφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκαλύπτωνα αποκαλύπτουμε, να αποκαλύπτομενα αποκαλύπτομαινα αποκαλυπτόμαστε
να αποκαλύπτειςνα αποκαλύπτετενα αποκαλύπτεσαινα αποκαλύπτεστε, να αποκαλυπτόσαστε
να αποκαλύπτεινα αποκαλύπτουν(ε)να αποκαλύπτεταινα αποκαλύπτονται
Aoristνα αποκαλύψωνα αποκαλύψουμε, να αποκαλύψομενα αποκαλυφθώ, να αποκαλυφτώνα αποκαλυφθούμε, να αποκαλυφτούμε
να αποκαλύψειςνα αποκαλύψετενα αποκαλυφθείς, να αποκαλυφτείςνα αποκαλυφθείτε, να αποκαλυφτείτε
να αποκαλύψεινα αποκαλύψουν(ε)να αποκαλυφθεί, να αποκαλυφτείνα αποκαλυφθούν(ε), να αποκαλυφτούν(ε)
Perfνα έχω αποκαλύψεινα έχουμε αποκαλύψεινα έχω αποκαλυφθεί
να έχω αποκαλυφτεί
να έχουμε αποκαλυφθεί
να έχουμε αποκαλυφτεί
να έχεις αποκαλύψεινα έχετε αποκαλύψεινα έχεις αποκαλυφθεί
να έχεις αποκαλυφτεί
να έχετε αποκαλυφθεί
να έχετε αποκαλυφτεί
να έχει αποκαλύψεινα έχουν αποκαλύψεινα έχει αποκαλυφθεί
να έχει αποκαλυφτεί
να έχουν αποκαλυφθεί
να έχουν αποκαλυφτεί
Imper
ativ
Presαποκάλυπτεαποκαλύπτετεαποκαλύπτεστε
Aoristαποκαλύψεαποκαλύψετε, αποκαλύψτεαποκαλύψουαποκαλυφθείτε, αποκαλυφτείτε
Part
izip
Presαποκαλύπτονταςαποκαλυπτόμενος
Perfέχοντας αποκαλύψει
InfinAoristαποκαλύψειαποκαλυφθεί, αποκαλυπτεί














Griechische Definition zu αποκαλύπτω

αποκαλύπτω [apokalípto] -ομαι : 1.κάνω ορατό, φανερό κτ. που πριν ήταν κρυμμένο, φέρνω στο φως: Tα έργα της αναστήλωσης του ναού αποκάλυψαν ένα παλαιότερο στρώμα με τοιχογραφίες. Aποκαλύφθηκαν τα θεμέλια αρχαίου κτίσματος. || (λόγ., σπανιότ.) κάνω τα αποκαλυπτήρια: Ο δήμαρχος αποκάλυψε τον ανδριάντα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποκαλύπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15