αποκαλύπτω Verb  [apokalipto, apokalyptw]

  Verb
(3)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu αποκαλύπτω

αποκαλύπτω altgriechisch ἀποκαλύπτω


GriechischDeutsch
Δέκα φορές το γράφεις! Εμπιστεύομαι, αποκαλύπτω, διηγούμαι, επιβεβαιώνω...Anvertrauen, offenbaren, erzählen, enthüllen.

Übersetzung nicht bestätigt

Φίλοι μου, απόψε σας αποκαλύπτω την πιο διαβολική μου εφεύρεση.Heute enthüllen wir meine diabolischste Schöpfung.

Übersetzung nicht bestätigt

"Ποτέ να μην αποκαλύπτω τα μυστικά μας... "με ποινή να μου κόψουν το λαιμό... "να μου κόψουν τη γλώσσα από τη ρίζα... και να με θάψουν στην άμμο εκατό οργιές απ' την ακτή."Niemals unsere Geheimnisse zu enthüllen... unter keiner geringeren Busse, als dass... meine Kehle aufgeschlitzt... meine Zunge an der Wurzel rausgerissen wird... und ich in den Sand eingegraben werde... ein Steinwurf vom Wasser.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αποκαλύπτω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκαλύπτωαποκαλύπτουμε, αποκαλύπτομεαποκαλύπτομαιαποκαλυπτόμαστε
αποκαλύπτειςαποκαλύπτετεαποκαλύπτεσαιαποκαλύπτεστε, αποκαλυπτόσαστε
αποκαλύπτειαποκαλύπτουν(ε)αποκαλύπτεταιαποκαλύπτονται
Imper
fekt
αποκάλυπτααποκαλύπταμεαποκαλυπτόμουν(α)αποκαλυπτόμαστε, αποκαλυπτόμασταν
αποκάλυπτεςαποκαλύπτατεαποκαλυπτόσουν(α)αποκαλυπτόσαστε
αποκάλυπτεαποκάλυπταν, αποκαλύπταν(ε)αποκαλυπτόταν(ε)αποκαλύπτονταν
Aoristαποκάλυψααποκαλύψαμεαποκαλύφθηκα, αποκαλύφτηκααποκαλυφθήκαμε, αποκαλυφτήκαμε
αποκάλυψεςαποκαλύψατεαποκαλύφθηκες, αποκαλύφτηκεςαποκαλυφθήκατε, αποκαλυφτήκατε
αποκάλυψεαποκάλυψαν, αποκαλύψαν(ε)αποκαλύφθηκε, αποκαλύφτηκεαποκαλύφθηκαν, αποκαλυφθήκαν(ε), αποκαλύφτηκαν, αποκαλυφτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αποκαλύψειέχουμε αποκαλύψειέχω αποκαλυφθεί
έχω αποκαλυφτεί
έχουμε αποκαλυφθεί
έχουμε αποκαλυφτεί
έχεις αποκαλύψειέχετε αποκαλύψειέχεις αποκαλυφθεί
έχεις αποκαλυφτεί
έχετε αποκαλυφθεί
έχετε αποκαλυφτεί
έχει αποκαλύψειέχουν αποκαλύψειέχει αποκαλυφθεί
έχει αποκαλυφτεί
έχουν αποκαλυφθεί
έχουν αποκαλυφτεί
Plu
per
fekt
είχα αποκαλύψειείχαμε αποκαλύψειείχα αποκαλυφθεί
είχα αποκαλυφτεί
είχαμε αποκαλυφθεί
είχαμε αποκαλυφτεί
είχες αποκαλύψειείχατε αποκαλύψειείχες αποκαλυφθεί
είχες αποκαλυφτεί
είχατε αποκαλυφθεί
είχατε αποκαλυφτεί
είχε αποκαλύψειείχαν αποκαλύψειείχε αποκαλυφθεί
είχε αποκαλυφτεί
είχαν αποκαλυφθεί
είχαν αποκαλυφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκαλύπτωθα αποκαλύπτουμε, θα αποκαλύπτομεθα αποκαλύπτομαιθα αποκαλυπτόμαστε
θα αποκαλύπτειςθα αποκαλύπτετεθα αποκαλύπτεσαιθα αποκαλύπτεστε, θα αποκαλυπτόσαστε
θα αποκαλύπτειθα αποκαλύπτουν(ε)θα αποκαλύπτεταιθα αποκαλύπτονται
Fut
ur
θα αποκαλύψωθα αποκαλύψουμε, θα αποκαλύψομεθα αποκαλυφθώ, θα αποκαλυφτώθα αποκαλυφθούμε, θα αποκαλυφτούμε
θα αποκαλύψειςθα αποκαλύψετεθα αποκαλυφθείς, θα αποκαλυφτείςθα αποκαλυφθείτε, θα αποκαλυφτείτε
θα αποκαλύψειθα αποκαλύψουν(ε)θα αποκαλυφθεί, θα αποκαλυφτείθα αποκαλυφθούν(ε), θα αποκαλυφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκαλύψειθα έχουμε αποκαλύψειθα έχω αποκαλυφθεί
θα έχω αποκαλυφτεί
θα έχουμε αποκαλυφθεί
θα έχουμε αποκαλυφτεί
θα έχεις αποκαλύψειθα έχετε αποκαλύψειθα έχεις αποκαλυφθεί
θα έχεις αποκαλυφτεί
θα έχετε αποκαλυφθεί
θα έχετε αποκαλυφτεί
θα έχει αποκαλύψειθα έχουν αποκαλύψειθα έχει αποκαλυφθεί
θα έχει αποκαλυφτεί
θα έχουν αποκαλυφθεί
θα έχουν αποκαλυφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκαλύπτωνα αποκαλύπτουμε, να αποκαλύπτομενα αποκαλύπτομαινα αποκαλυπτόμαστε
να αποκαλύπτειςνα αποκαλύπτετενα αποκαλύπτεσαινα αποκαλύπτεστε, να αποκαλυπτόσαστε
να αποκαλύπτεινα αποκαλύπτουν(ε)να αποκαλύπτεταινα αποκαλύπτονται
Aoristνα αποκαλύψωνα αποκαλύψουμε, να αποκαλύψομενα αποκαλυφθώ, να αποκαλυφτώνα αποκαλυφθούμε, να αποκαλυφτούμε
να αποκαλύψειςνα αποκαλύψετενα αποκαλυφθείς, να αποκαλυφτείςνα αποκαλυφθείτε, να αποκαλυφτείτε
να αποκαλύψεινα αποκαλύψουν(ε)να αποκαλυφθεί, να αποκαλυφτείνα αποκαλυφθούν(ε), να αποκαλυφτούν(ε)
Perfνα έχω αποκαλύψεινα έχουμε αποκαλύψεινα έχω αποκαλυφθεί
να έχω αποκαλυφτεί
να έχουμε αποκαλυφθεί
να έχουμε αποκαλυφτεί
να έχεις αποκαλύψεινα έχετε αποκαλύψεινα έχεις αποκαλυφθεί
να έχεις αποκαλυφτεί
να έχετε αποκαλυφθεί
να έχετε αποκαλυφτεί
να έχει αποκαλύψεινα έχουν αποκαλύψεινα έχει αποκαλυφθεί
να έχει αποκαλυφτεί
να έχουν αποκαλυφθεί
να έχουν αποκαλυφτεί
Imper
ativ
Presαποκάλυπτεαποκαλύπτετεαποκαλύπτεστε
Aoristαποκαλύψεαποκαλύψετε, αποκαλύψτεαποκαλύψουαποκαλυφθείτε, αποκαλυφτείτε
Part
izip
Presαποκαλύπτονταςαποκαλυπτόμενος
Perfέχοντας αποκαλύψει
InfinAoristαποκαλύψειαποκαλυφθεί, αποκαλυπτεί















Griechische Definition zu αποκαλύπτω

αποκαλύπτω [apokalípto] -ομαι : 1.κάνω ορατό, φανερό κτ. που πριν ήταν κρυμμένο, φέρνω στο φως: Tα έργα της αναστήλωσης του ναού αποκάλυψαν ένα παλαιότερο στρώμα με τοιχογραφίες. Aποκαλύφθηκαν τα θεμέλια αρχαίου κτίσματος. || (λόγ., σπανιότ.) κάνω τα αποκαλυπτήρια: Ο δήμαρχος αποκάλυψε τον ανδριάντα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback