αποθηκεύω  Verb  [apothikevo, apothhkeyw]

Ähnliche Bedeutung wie αποθηκεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αποθηκεύω

... μετατρέπεται στο δηλητηριώδες οξείδιο του θαλλίου (Ι), TlOH. Οι ράβδοι θαλλίου αποθηκεύονται τυλιγμένες σε χαρτί εμποτισμένο με υγρά αλκάνια (παραφίνες). Το στοιχείο ...

... μουσικό CD αποτελείται από μία ή περισσότερες στερεοφωνικές διαδρομές που αποθηκεύονται χρησιμοποιώντας τη 16-μπιτη κωδικοποίηση PCM σε ένα ρυθμό δειγματοληψίας ...

... στο γνωστικό πεδίο που το μελετά. Πέρα από την εγγενή της ικανότητα να αποθηκεύει δεδομένα, η βάση δεδομένων παρέχει μέσω του σχεδιασμού και του τρόπου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze lagern

... Dieses Produkt ist frei von Konservierungsstoffen. Nach dem Öffnen im Kühlschrank lagern und schnell verbrauchen. ...

... Gemüse. Lässt man sie wachsen, erreichen sie die Größe von Kürbissen. Dann lassen sie sich wie Kürbisse bis weit in den Winter hinein lagern und auch ähnlich ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΘΗΚΕΥΩ
I store
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποθηκεύωαποθηκεύουμε, αποθηκεύομεαποθηκεύομαιαποθηκευόμαστε
αποθηκεύειςαποθηκεύετεαποθηκεύεσαιαποθηκεύεστε, αποθηκευόσαστε
αποθηκεύειαποθηκεύουν(ε)αποθηκεύεταιαποθηκεύονται
Imper
fekt
αποθήκευααποθηκεύαμεαποθηκευόμουν(α)αποθηκευόμαστε
αποθήκευεςαποθηκεύατεαποθηκευόσουν(α)αποθηκευόσαστε
αποθήκευεαποθήκευαν, αποθηκεύαν(ε)αποθηκευόταν(ε)αποθηκεύονταν
Aoristαποθήκευσα, αποθήκεψααποθηκεύσαμε, αποθηκέψαμεαποθηκεύτηκα, αποθηκεύθηκααποθηκευτήκαμε, αποθηκευθήκαμε
αποθήκευσες, αποθήκεψεςαποθηκεύσατε, αποθηκέψατεαποθηκεύτηκες, αποθηκεύθηκεςαποθηκευτήκατε, αποθηκευθήκατε
αποθήκευσε, αποθήκεψεαποθήκευσαν, αποθηκεύσαν(ε)
αποθήκεψαν, αποθηκέψαν(ε)
αποθηκεύτηκε, αποθηκεύθηκεαποθηκεύτηκαν, αποθηκευτήκαν(ε)
αποθηκεύθηκαν, αποθηκευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αποθηκεύσει
έχω αποθηκέψει
έχω αποθηκευμένο
έχουμε αποθηκεύσει
έχουμε αποθηκέψει
έχουμε αποθηκευμένο
έχω αποθηκευτεί
έχω αποθηκευθεί
είμαι αποθηκευμένος, -η
έχουμε αποθηκευτεί
έχουμε αποθηκευθεί
είμαστε αποθηκευμένοι, -ες
έχεις αποθηκεύσει
έχεις αποθηκέψει
έχεις αποθηκευμένο
έχετε αποθηκεύσει
έχετε αποθηκέψει
έχετε αποθηκευμένο
έχεις αποθηκευτεί
έχεις αποθηκευθεί
είσαι αποθηκευμένος, -η
έχετε αποθηκευτεί
έχετε αποθηκευθεί
είστε αποθηκευμένοι, -ες
έχει αποθηκεύσει
έχει αποθηκέψει
έχει αποθηκευμένο
έχουν αποθηκεύσει
έχουν αποθηκέψει
έχουν αποθηκευμένο
έχει αποθηκευτεί
έχει αποθηκευθεί
είναι αποθηκευμένος, -η, -ο
έχουν αποθηκευτεί
έχουν αποθηκευθεί
είναι αποθηκευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αποθηκεύσει
είχα αποθηκέψει
είχα αποθηκευμένο
είχαμε αποθηκεύσει
είχαμε αποθηκέψει
είχαμε αποθηκευμένο
είχα αποθηκευτεί
είχα αποθηκευθεί
ήμουν αποθηκευμένος, -η
είχαμε αποθηκευτεί
είχαμε αποθηκευθεί
ήμαστε αποθηκευμένοι, -ες
είχες αποθηκεύσει
είχες αποθηκέψει
είχες αποθηκευμένο
είχατε αποθηκεύσει
είχατε αποθηκέψει
είχατε αποθηκευμένο
είχες αποθηκευτεί
είχες αποθηκευθεί
ήσουν αποθηκευμένος, -η
είχατε αποθηκευτεί
είχατε αποθηκευθεί
ήσαστε αποθηκευμένοι, -ες
είχε αποθηκεύσει
είχε αποθηκέψει
είχε αποθηκευμένο
είχαν αποθηκεύσει
είχαν αποθηκέψει
είχαν αποθηκευμένο
είχε αποθηκευτεί
είχε αποθηκευθεί
ήταν αποθηκευμένος, -η, -ο
είχαν αποθηκευτεί
είχαν αποθηκευθεί
ήταν αποθηκευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποθηκεύωθα αποθηκεύουμε, θα αποθηκεύομεθα αποθηκεύομαιθα αποθηκευόμαστε
θα αποθηκεύειςθα αποθηκεύετεθα αποθηκεύεσαιθα αποθηκεύεστε, θα αποθηκευόσαστε
θα αποθηκεύειθα αποθηκεύουν(ε)θα αποθηκεύεταιθα αποθηκεύονται
Fut
ur
θα αποθηκεύσω, θα αποθηκέψωθα αποθηκεύσουμε, θα αποθηκεύσομε
θα αποθηκέψουμε, θα αποθηκέψομε
θα αποθηκευτώ, θα αποθηκευθώθα αποθηκευτούμε, θα αποθηκευθούμε
θα αποθηκεύσεις, θα αποθηκέψειςθα αποθηκεύσετε, θα αποθηκέψετεθα αποθηκευτείς, θα αποθηκευθείςθα αποθηκευτείτε, θα αποθηκευθείτε
θα αποθηκεύσει, θα αποθηκέψειθα αποθηκεύσουν(ε), θα αποθηκέψουν(ε)θα αποθηκευτεί, θα αποθηκευθείθα αποθηκευτούν(ε), θα αποθηκευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποθηκεύσει
θα έχω αποθηκέψει
θα έχω αποθηκευμένο
θα έχουμε αποθηκεύσει
θα έχουμε αποθηκέψει
θα έχουμε αποθηκευμένο
θα έχω αποθηκευτεί
θα έχω αποθηκευθεί
θα είμαι αποθηκευμένος, -η
θα έχουμε αποθηκευτεί
θα έχουμε αποθηκευθεί
θα είμαστε αποθηκευμένοι, -ες
θα έχεις αποθηκεύσει
θα έχεις αποθηκέψει
θα έχεις αποθηκευμένο
θα έχετε αποθηκεύσει
θα έχετε αποθηκέψει
θα έχετε αποθηκευμένο
θα έχεις αποθηκευτεί
θα έχεις αποθηκευθεί
θα είσαι αποθηκευμένος, -η
θα έχετε αποθηκευτεί
θα έχετε αποθηκευθεί
θα είστε αποθηκευμένοι, -ες
θα έχει αποθηκεύσει
θα έχει αποθηκέψει
θα έχει αποθηκευμένο
θα έχουν αποθηκεύσει
θα έχουν αποθηκέψει
θα έχουν αποθηκευμένο
θα έχει αποθηκευτεί
θα έχει αποθηκευθεί
θα είναι αποθηκευμένος, -η, -ο
θα έχουν αποθηκευτεί
θα έχουν αποθηκευθεί
θα είναι αποθηκευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποθηκεύωνα αποθηκεύουμε, να αποθηκεύομενα αποθηκεύομαινα αποθηκευόμαστε
να αποθηκεύειςνα αποθηκεύετενα αποθηκεύεσαινα αποθηκεύεστε, να αποθηκευόσαστε
να αποθηκεύεινα αποθηκεύουν(ε)να αποθηκεύεταινα αποθηκεύονται
Aoristνα αποθηκεύσω, να αποθηκέψωνα αποθηκεύσουμε, να αποθηκεύσομε
να αποθηκέψουμε, να αποθηκέψομε
να αποθηκευτώ, να αποθηκευθώνα αποθηκευτούμε, να αποθηκευθούμε
να αποθηκεύσεις, να αποθηκέψειςνα αποθηκεύσετε, να αποθηκέψετενα αποθηκευτείς, να αποθηκευθείςνα αποθηκευτείτε, να αποθηκευθείτε
να αποθηκεύσει, να αποθηκέψεινα αποθηκεύσουν(ε), να αποθηκέψουν(ε)να αποθηκευτεί, να αποθηκευθείνα αποθηκευτούν(ε), να αποθηκευθούν(ε)
Perfνα έχω αποθηκεύσει
να έχω αποθηκέψει
να έχω αποθηκευμένο
να έχουμε αποθηκεύσει
να έχουμε αποθηκέψει
να έχουμε αποθηκευμένο
να έχω αποθηκευτεί
να έχω αποθηκευθεί
να είμαι αποθηκευμένος, -η
να έχουμε αποθηκευτεί
να έχουμε αποθηκευθεί
να είμαστε αποθηκευμένοι, -ες
να έχεις αποθηκεύσει
να έχεις αποθηκέψει
να έχεις αποθηκευμένο
να έχετε αποθηκεύσει
να έχετε αποθηκέψει
να έχετε αποθηκευμένο
να έχεις αποθηκευτεί
να έχεις αποθηκευθεί
να είσαι αποθηκευμένος, -η
να έχετε αποθηκευτεί
να έχετε αποθηκευθεί
να είστε αποθηκευμένοι, -ες
να έχει αποθηκεύσει
να έχει αποθηκέψει
να έχει αποθηκευμένο
να έχουν αποθηκεύσει
να έχουν αποθηκέψει
να έχουν αποθηκευμένο
να έχει αποθηκευτεί
να έχει αποθηκευθεί
να είναι αποθηκευμένος, -η, -ο
να έχουν αποθηκευτεί
να έχουν αποθηκευθεί
να είναι αποθηκευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαποθήκευεαποθηκεύετεαποθηκεύεστε
Aoristαποθήκευσε, αποθήκεψεαποθηκεύστε, αποθηκεύσετε
αποθηκέψτε, αποθηκέψετε
αποθηκεύσουαποθηκευτείτε, αποθηκευθείτε
Part
izip
Presαποθηκεύονταςαποθηκευόμενος
Perfέχοντας αποθηκεύσει, έχοντας αποθηκέψει
έχοντας αποθηκευμένο
αποθηκευμένος, -η, -οαποθηκευμένοι, -ες, -α
InfinAoristαποθηκεύσει, αποθηκέψειαποθηκευτεί, αποθηκευθεί








Griechische Definition zu αποθηκεύω

αποθηκεύω [apoθikévo] -ομαι : 1.βάζω κτ. σε αποθήκη για να το φυλάξω ή για να το διατηρήσω: Tα εμπορεύματα είναι ευαίσθητα και πρέπει να αποθηκευτούν αμέσως. Πυρηνικές κεφαλές είναι αποθηκευμένες σε ελληνικό έδαφος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποθηκεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15