ανησυχώ  Verb  [anisicho, anhsyxw]

Ähnliche Bedeutung wie ανησυχώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανησυχώ

... Δεν ανησυχώ για σένα, Τομ. Για τη Μαίρη ανησυχώ. ...

... Δεν ανησυχώ για τον Τομ. Για σένα ανησυχώ, Μαίρη. ...

... Δεν ανησυχώ για τον Τομ. ...

Quelle: musiclover, musiclover, musiclover


Beispielsätze sich sorgen

... Es gibt nichts, worum Sie sich sorgen müssten. ...

... Statt dessen leben sie so lange alleine, wie sie selbst für sich sorgen können. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Zaghawa

Grammatik


ΑΝΗΣΥΧΩ
I worry
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανησυχώανησυχούμε
ανησυχείςανησυχείτε
ανησυχείανησυχούν(ε)
Imper
fekt
ανησυχούσαανησυχούσαμε
ανησυχούσεςανησυχούσατε
ανησυχούσεανησυχούσαν(ε)
Aoristανησύχησαανησυχήσαμε
ανησύχησεςανησυχήσατε
ανησύχησεανησύχησαν, ανησυχήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ανησυχήσειέχουμε ανησυχήσει
έχεις ανησυχήσειέχετε ανησυχήσει
έχει ανησυχήσειέχουν ανησυχήσει
Plu
perf
ekt
είχα ανησυχήσειείχαμε ανησυχήσει
είχες ανησυχήσειείχατε ανησυχήσει
είχε ανησυχήσειείχαν ανησυχήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανησυχώθα ανησυχούμε
θα ανησυχείςθα ανησυχείτε
θα ανησυχείθα ανησυχούν(ε)
Fut
ur
θα ανησυχήσωθα ανησυχήσουμε
θα ανησυχήσειςθα ανησυχήσετε
θα ανησυχήσειθα ανησυχήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανησυχήσειθα έχουμε ανησυχήσει
θα έχεις ανησυχήσειθα έχετε ανησυχήσει
θα έχει ανησυχήσειθα έχουν ανησυχήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανησυχώνα ανησυχούμε
να ανησυχείςνα ανησυχείτε
να ανησυχείνα ανησυχούν(ε)
Aoristνα ανησυχήσωνα ανησυχήσουμε, να ανησυχήσομε
να ανησυχήσειςνα ανησυχήσετε
να ανησυχήσεινα ανησυχήσουν(ε)
Perfνα έχω ανησυχήσεινα έχουμε ανησυχήσει
να έχεις ανησυχήσεινα έχετε ανησυχήσει
να έχει ανησυχήσεινα έχουν ανησυχήσει
Imper
ativ
Presανησυχείτε
Aoristανησύχησεανησυχήστε, ανησυχήσετε
Part
izip
Presανησυχώντας
Perfέχοντας ανησυχήσει
InfinAoristανησυχήσει





Person Wortform
Präsens ich bange
du bangst
er, sie, es bangt
Präteritum ich bangte
Konjunktiv II ich bangte
Imperativ Singular bange!
Plural bangt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebangt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:bangen




Griechische Definition zu ανησυχώ

ανησυχώ [anisixó] .9α : 1.είμαι ανήσυχος, αναστατωμένος, αγωνιώ, φοβάμαι: Οι επιστήμονες ανησυχούν για τις διαστάσεις της οικολογικής καταστροφής. Οι μεσολαβητές του ΟHΕ ανησυχούν για το μέλλον των ειρηνευτικών συνομιλιών. ανησυχώ, γιατί τα παιδιά δε γύρισαν ακόμη από τη θάλασσα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανησυχώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15