ανανεώνω  Verb  [ananeono, ananewnw]

Ähnliche Bedeutung wie ανανεώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανανεώνω

... αποτελούν συλλογή των λημμάτων ανάλογα με την εξειδίκευση. Το κάθε άρθρο ανανεώνεται ετησίως, συντάσσεται από εγκεκριμένους ειδικούς του τομέα το οποίο αφορά ...

... Ανακτήθηκε στις 06 Φεβρουαρίου 2013. [νεκρός σύνδεσμος] «Ρεάλ Μαδρίτης: Ανανεώνει ο Ρονάλντο». onsports.gr. 05 Φεβρουαρίου 2013. http://www.onsports ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erneuern

... Ich muss meinen Pass erneuern lassen. ...

... Ich habe letzten Monat meinen Führerschein erneuern lassen. ...

... Ich muss meinen Ausweis erneuern lassen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Fingerhut

Grammatik


ΑΝΑΝΕΩΝΩ
I renew
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανανεώνωανανεώνουμε, ανανεώνομεανανεώνομαιανανεωνόμαστε
ανανεώνειςανανεώνετεανανεώνεσαιανανεώνεστε, ανανεωνόσαστε
ανανεώνειανανεώνουν(ε)ανανεώνεταιανανεώνονται
Imper
fekt
ανανέωναανανεώναμεανανεωνόμουν(α)ανανεωνόμαστε, ανανεωνόμασταν
ανανέωνεςανανεώνατεανανεωνόσουν(α)ανανεωνόσαστε, ανανεωνόσασταν
ανανέωνεανανέωναν, ανανεώναν(ε)ανανεωνόταν(ε)ανανεώνονταν, ανανεωνόντανε, ανανεωνόντουσαν
Aoristανανέωσαανανεώσαμεανανεώθηκαανανεωθήκαμε
ανανέωσεςανανεώσατεανανεώθηκεςανανεωθήκατε
ανανέωσεανανέωσαν, ανανεώσαν(ε)ανανεώθηκεανανεώθηκαν, ανανεωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανανεώσει
έχω ανανεωμένο
έχουμε ανανεώσει
έχουμε ανανεωμένο
έχω ανανεωθεί
είμαι ανανεωμένος, -η
έχουμε ανανεωθεί
είμαστε ανανεωμένοι, -ες
έχεις ανανεώσει
έχεις ανανεωμένο
έχετε ανανεώσει
έχετε ανανεωμένο
έχεις ανανεωθεί
είσαι ανανεωμένος, -η
έχετε ανανεωθεί
είστε ανανεωμένοι, -ες
έχει ανανεώσει
έχει ανανεωμένο
έχουν ανανεώσει
έχουν ανανεωμένο
έχει ανανεωθεί
είναι ανανεωμένος, -η, -ο
έχουν ανανεωθεί
είναι ανανεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανανεώσει
είχα ανανεωμένο
είχαμε ανανεώσει
είχαμε ανανεωμένο
είχα ανανεωθεί
ήμουν ανανεωμένος, -η
είχαμε ανανεωθεί
ήμαστε ανανεωμένοι, -ες
είχες ανανεώσει
είχες ανανεωμένο
είχατε ανανεώσει
είχατε ανανεωμένο
είχες ανανεωθεί
ήσουν ανανεωμένος, -η
είχατε ανανεωθεί
ήσαστε ανανεωμένοι, -ες
είχε ανανεώσει
είχε ανανεωμένο
είχαν ανανεώσει
είχαν ανανεωμένο
είχε ανανεωθεί
ήταν ανανεωμένος, -η, -ο
είχαν ανανεωθεί
ήταν ανανεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανανεώνωθα ανανεώνουμε, θα ανανεώνομεθα ανανεώνομαιθα ανανεωνόμαστε
θα ανανεώνειςθα ανανεώνετεθα ανανεώνεσαιθα ανανεώνεστε, θα ανανεωνόσαστε
θα ανανεώνειθα ανανεώνουν(ε)θα ανανεώνεταιθα ανανεώνονται
Fut
ur
θα ανανεώσωθα ανανεώσουμε, θα ανανεώσομεθα ανανεωθώθα ανανεωθούμε
θα ανανεώσειςθα ανανεώσετεθα ανανεωθείςθα ανανεωθείτε
θα ανανεώσειθα ανανεώσουνθα ανανεωθείθα ανανεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανανεώσει
θα έχω ανανεωμένο
θα έχουμε ανανεώσει
θα έχουμε ανανεωμένο
θα έχω ανανεωθεί
θα είμαι ανανεωμένος, -η
θα έχουμε ανανεωθεί
θα είμαστε ανανεωμένοι, -ες
θα έχεις ανανεώσει
θα έχεις ανανεωμένο
θα έχετε ανανεώσει
θα έχετε ανανεωμένο
θα έχεις ανανεωθεί
θα είσαι ανανεωμένος, -η
θα έχετε ανανεωθεί
θα είστε ανανεωμένοι, -ες
θα έχει ανανεώσει
θα έχει ανανεωμένο
θα έχουν ανανεώσει
θα έχουν ανανεωμένο
θα έχει ανανεωθεί
θα είναι ανανεωμένος, -η, -ο
θα έχουν ανανεωθεί
θα είναι ανανεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανανεώνωνα ανανεώνουμε, να ανανεώνομενα ανανεώνομαινα ανανεωνόμαστε
να ανανεώνειςνα ανανεώνετενα ανανεώνεσαινα ανανεώνεστε, να ανανεωνόσαστε
να ανανεώνεινα ανανεώνουν(ε)να ανανεώνεταινα ανανεώνονται
Aoristνα ανανεώσωνα ανανεώσουμε, να ανανεώσομενα ανανεωθώνα ανανεωθούμε
να ανανεώσειςνα ανανεώσετενα ανανεωθείςνα ανανεωθείτε
να ανανεώσεινα ανανεώσουν(ε)να ανανεωθείνα ανανεωθούν(ε)
Perfνα έχω ανανεώσει
να έχω ανανεωμένο
να έχουμε ανανεώσει
να έχουμε ανανεωμένο
να έχω ανανεωθεί
να είμαι ανανεωμένος, -η
να έχουμε ανανεωθεί
να είμαστε ανανεωμένοι, -ες
να έχεις ανανεώσει
να έχεις ανανεωμένο
να έχετε ανανεώσει
να έχετε ανανεωμένο
να έχεις ανανεωθεί
να είσαι ανανεωμένος, -η
να έχετε ανανεωθεί
να είστε ανανεωμένοι, -ες
να έχει ανανεώσει
να έχει ανανεωμένο
να έχουν ανανεώσει
να έχουν ανανεωμένο
να έχει ανανεωθεί
να είναι ανανεωμένος, -η, -ο
να έχουν ανανεωθεί
να είναι ανανεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανανέωνεανανεώνετεανανεώνεστε
Aoristανανέωσεανανεώσετε, ανανεώστεανανεώσουανανεωθείτε
Part
izip
Presανανεώνοντας
Perfέχοντας ανανεώσει, έχοντας ανανεωμένοανανεωμένος, -η, -οανανεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristανανεώσειανανεωθεί






Griechische Definition zu ανανεώνω

ανανεώνω [ananeóno] -ομαι : 1α.(για πργ.) αντικαθιστώ, αλλάζω κτ. παλιό με άλλο καινούριο: ανανεώνω την επίπλωση του σπιτιού. Θα ανανεωθούν τα λεωφορεία των αστικών συγκοινωνιών. ανανεώνω το νερό στο βάζο, βάζω φρέσκο. || (παθ.) για φυσικό στοιχείο που δεν εξαντλείται ούτε χάνεται, που είναι ανανεώσιμο. β. (για αφηρ. ουσ.) φέρνω ριζικές μεταβολές σε κτ., προσαρμόζω κτ. σε νέα δεδομένα: Θα ανανεωθούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα, θα αναμορφωθούν. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ανανεωμένους τρόπους έκφρασης. || (παθ., για πρόσ.) παρουσιάζω κτ. καινούριο, ως προϊόν της πνευματικής συνήθ. εργασίας μου: Ο επιστήμονας πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς. γ. αντικαθιστώ ένα ηλικιωμένο ή ακατάλληλο πρόσωπο με ένα νέο και δυναμικό: Θα ανανεωθούν τα στελέχη της εταιρείας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανανεώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15