αναγγέλλω  Verb  [anangello, anaggellw]

Ähnliche Bedeutung wie αναγγέλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναγγέλλω

... Η Σκοπιά—Αναγγέλλει τη Βασιλεία του Ιεχωβά είναι ένα έγχρωμο εικονογραφημένο θρησκευτικού περιεχομένου περιοδικό το οποίο εκδίδουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ...

... Αουρόρα θεωρείται σαν μια όμορφη γυναίκα που πετάει πάνω από τον ουρανό αναγγέλλοντας την άφιξη του ήλιου. Έχει δυο αδέλφια: τον ήλιο και τη σελήνη. Έχει ...

... ημέρα της διοργάνωσης, και οι νικητές σε αυτά αποκτούσαν το προνόμιο να αναγγέλλουν τους αθλητές και νικητές των μετέπειτα αγωνισμάτων, καθώς και να σαλπίζουν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anmelden

... Weil die Baufirma Konkurs anmelden musste, stehe ich nun vor dem halbfertigen Rohbau meines Hauses. ...

... Ich möchte mich anmelden für eine nächtliche Rundfahrt mit dem Bus. ...

... Auch der Pastor gestattete sich, als Thiel die Trauung anmelden kam, einige Bedenken zu äußern: „Ihr wollt also schon wieder heiraten?“ — „Mit der Toten kann ich nicht wirtschaften, Herr Prediger!“ — „Nun ja wohl – aber ich meine – Ihr eilt ein wenig.“ — „Der Junge geht mir drauf, Herr Prediger.“ ...

Quelle: PeterR, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΑΝΑΓΓΕΛΛΩ
I announce
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναγγέλλωαναγγέλλουμε, αναγγέλλομεαναγγέλλομαιαναγγελλόμαστε
αναγγέλλειςαναγγέλλετεαναγγέλλεσαιαναγγέλλεστε, αναγγελλόσαστε
αναγγέλλειαναγγέλλουν(ε)αναγγέλλεταιαναγγέλλονται
Imper
fekt
ανάγγελλα, ανήγγελλααναγγέλλαμεαναγγελλόμουν(α)αναγγελλόμαστε, αναγγελλόμασταν
ανάγγελλες, ανήγγελλεςαναγγέλλατεαναγγελλόσουν(α)αναγγελλόσαστε, αναγγελλόσασταν
ανάγγελλε, ανήγγελλεανάγγελλαν, αναγγέλλαν(ε), ανήγγελλαναναγγελλόταν(ε)αναγγέλλονταν, αναγγελλόντανε, αναγγελλόντουσαν
Aoristανάγγειλα, ανήγγειλααναγγείλαμεαναγγέλθηκααναγγελθήκαμε
ανάγγειλες, ανήγγειλεςαναγγείλατεαναγγέλθηκεςαναγγελθήκατε
ανάγγειλε, ανήγγειλεανάγγειλαν, αναγγείλαν(ε), ανήγγειλαναναγγέλθηκεαναγγέλθηκαν, αναγγελθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναγγείλειέχουμε αναγγείλειέχω αναγγελθείέχουμε αναγγελθεί
έχεις αναγγείλειέχετε αναγγείλειέχεις αναγγελθείέχετε αναγγελθεί
έχει αναγγείλειέχουν αναγγείλειέχει αναγγελθείέχουν αναγγελθεί
Plu
per
fect
είχα αναγγείλειείχαμε αναγγείλειείχα αναγγελθείείχαμε αναγγελθεί
είχες αναγγείλειείχατε αναγγείλειείχες αναγγελθείείχατε αναγγελθεί
είχε αναγγείλειείχαν αναγγείλειείχε αναγγελθείείχαν αναγγελθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναγγέλλωθα αναγγέλλουμε, θα αναγγέλλομεθα αναγγέλλομαιθα αναγγελλόμαστε
θα αναγγέλλειςθα αναγγέλλετεθα αναγγέλλεσαιθα αναγγέλλεστε, θα αναγγελλόσαστε
θα αναγγέλλειθα αναγγέλλουν(ε)θα αναγγέλλεταιθα αναγγέλλονται
Fut
ur
θα αναγγείλωθα αναγγείλουμε, θα αναγγείλομεθα αναγγελθώθα αναγγελθούμε
θα αναγγείλειςθα αναγγείλετεθα αναγγελθείςθα αναγγελθείτε
θα αναγγείλειθα αναγγείλουν(ε)θα αναγγελθείθα αναγγελθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναγγείλειθα έχουμε αναγγείλειθα έχω αναγγελθείθα έχουμε αναγγελθεί
θα έχεις αναγγείλειθα έχετε αναγγείλειθα έχεις αναγγελθείθα έχετε αναγγελθεί
θα έχει αναγγείλειθα έχουν αναγγείλειθα έχει αναγγελθείθα έχουν αναγγελθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναγγέλλωνα αναγγέλλουμε, να αναγγέλλομενα αναγγέλλομαινα αναγγελλόμαστε
να αναγγέλλειςνα αναγγέλλετενα αναγγέλλεσαινα αναγγέλλεστε, να αναγγελλόσαστε
να αναγγέλλεινα αναγγέλλουν(ε)να αναγγέλλεταινα αναγγέλλονται
Aoristνα αναγγείλωνα αναγγείλουμε, να αναγγείλομενα αναγγελθώνα αναγγελθούμε
να αναγγείλειςνα αναγγείλετενα αναγγελθείςνα αναγγελθείτε
να αναγγείλεινα αναγγείλουν(ε)να αναγγελθείνα αναγγελθούν(ε)
Perfνα έχω αναγγείλεινα έχουμε αναγγείλεινα έχω αναγγελθείνα έχουμε αναγγελθεί
να έχεις αναγγείλεινα έχετε αναγγείλεινα έχεις αναγγελθείνα έχετε αναγγελθεί
να έχει αναγγείλεινα έχουν αναγγείλεινα έχει αναγγελθείνα έχουν αναγγελθεί
Imper
ativ
Presανάγγελλεαναγγέλλετεαναγγέλλεστε
Aoristανάγγειλεαναγγείλετε, αναγγείλτεαναγγελθείτε
Part
izip
Presαναγγέλλοντας
Perfέχοντας αναγγείλειαναγγελεμένος, -η, -οαναγγελεμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναγγείλειαναγγελθεί






Griechische Definition zu αναγγέλλω

αναγγέλλω [anangélo] -ομαι Ρ πρτ. ανάγγελλα και ανήγγελλα, αόρ. ανήγγειλα και ανάγγειλα, απαρέμφ. αναγγείλει, παθ. αόρ. αναγγέλθηκα, απαρέμφ. αναγγελθεί, μππ. αναγγελμένος : 1.κάνω κτ. γνωστό, το ανακοινώνω σε έναν ευρύ κύκλο γνωστών ή σε ένα ευρύτερο κοινό: Έχω να σας αναγγείλω κάτι δυσάρεστο. Tου ανήγγειλες την απόφασή σου; Aναγγέλθηκε ο γάμος τους. Tο κουδούνι ανάγγειλε το τέλος του μαθήματος. || (επίσ.) για τον ερχομό ή την εμφάνιση κάποιου: Θα σας αναγγείλω στον υπουργό. H άφιξη του βουλευτή αναγγέλθηκε από τα μεγάφωνα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναγγέλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15