{η}  αβάντα  Subst.  [avanta, abanta]

Etymologie zu αβάντα

αβάντα παλαιά italienisch avantare ή venezianisch vantarse (επαινώ, καυχιέμαι) -σύγχρονη italienisch vantare- spätlateinisch vanitare (κομπάζω) lateinisch vanitas (ματαιοδοξία)[1][2]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάντα

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάντα

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάντα

Deutsche Synonyme zu αβάντα

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu αβάντα

αβάντα η [avánda] Ο25α : 1α.(προφ.) πλεονέκτημα: Aυτή η δουλειά έχει πολλές αβάντες. β. κέρδος, όφελος που συνήθ. προέρχεται από επιλήψιμη διαδικασία· μίζα: Άμα σου τελειώσω τη δουλειά, τι αβάντα θα πάρω; [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback