suchen
 Verb

ψάχνω Verb
(301)
αναζητώ Verb
(13)
ζητώ Verb
(11)
γυρεύω Verb
(4)
DeutschGriechisch
Während meiner Kindheit in Maine war es eine meiner liebsten Beschäftigungen, nach Sanddollars an den Küsten von Maine zu suchen, weil meine Eltern behaupteten, das bringe Glück.Σαν παιδί, μεγαλώνοντας στο Μέιν, ένα από τα αγαπημένα μου πράγματα ήταν να ψάχνω για κοχύλια στις ακτές του Μέιν, γιατί οι γονείς μου μού είχαν πει ότι θα μου έφερναν τύχη.

Übersetzung nicht bestätigt

Was ich suche, ist eine dauerhafte Variante -danach suchen wir alle.Αυτό που ψάχνω είναι μια διαρκής μεταλλαγή-αυτό ψάχνουμε όλοι.

Übersetzung nicht bestätigt

Also fing ich an zu suchen, um herauszufinden, ob irgendjemand einen Baukasten verkaufte, irgendein Modell, das ich kriegen könnte. Ich fand jede Menge Referenzmaterial, viele wunderbare Fotos.Έτσι ξεκίνησα να ψάχνω για -να δω αν κάποιος πουλούσε κάποιο σετ, κάποιο είδος μοντέλου που θα μπορούσα να πάρω, και βρήκα αρκετό βοηθητικό υλικό, αρκετές όμορφες φωτογραφίες -αλλά καμία τύχη.

Übersetzung nicht bestätigt

Vor zehn Jahren fingen meine Versuche an, Intel davon zu überzeugen, dass sie mich nach disruptiven Technologien suchen ließen, die uns beim unabhängigen Wohnen helfen könnten.Πριν 10 χρόνια, όταν προσπαθούσα να πείσω την Intel να με αφήσει να αρχίσω να ψάχνω για μια ριξικέλευθη τεχνολογία η οποία θα βοηθούσε με τον ανεξάρτητο τρόπο ζωής, την αποκαλούσα ως:

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψάχνωψάχνουμε, ψάχνομεψάχνομαιψαχνόμαστε
ψάχνειςψάχνετεψάχνεσαιψάχνεστε, ψαχνόσαστε
ψάχνειψάχνουν(ε)ψάχνεταιψάχνονται
Imper
fekt
έψαχναψάχναμεψαχνόμουν(α)ψαχνόμαστε, ψαχνόμασταν
έψαχνεςψάχνατεψαχνόσουν(α)ψαχνόσαστε, ψαχνόσασταν
έψαχνεέψαχναν, ψάχναν(ε)ψαχνόταν(ε)ψάχνονταν, ψαχνόντανε, ψαχνόντουσαν
Aoristέψαξαψάξαμεψάχτηκαψαχτήκαμε
έψαξεςψάξατεψάχτηκεςψαχτήκατε
έψαξεέψαξαν, ψάξαν(ε)ψάχτηκεψάχτηκαν, ψαχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ψάξει
έχω ψαγμένο
έχουμε ψάξει
έχουμε ψαγμένο
έχω ψαχτεί
είμαι ψαγμένος, -η
έχουμε ψαχτεί
είμαστε ψαγμένοι, -ες
έχεις ψάξει
έχεις ψαγμένο
έχετε ψάξει
έχετε ψαγμένο
έχεις ψαχτεί
είσαι ψαγμένος, -η
έχετε ψαχτεί
είστε ψαγμένοι, -ες
έχει ψάξει
έχει ψαγμένο
έχουν ψάξει
έχουν ψαγμένο
έχει ψαχτεί
είναι ψαγμένος, -η, -ο
έχουν ψαχτεί
είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ψάξει
είχα ψαγμένο
είχαμε ψάξει
είχαμε ψαγμένο
είχα ψαχτεί
ήμουν ψαγμένος, -η
είχαμε ψαχτεί
ήμαστε ψαγμένοι, -ες
είχες ψάξει
είχες ψαγμένο
είχατε ψάξει
είχατε ψαγμένο
είχες ψαχτεί
ήσουν ψαγμένος, -η
είχατε ψαχτεί
ήσαστε ψαγμένοι, -ες
είχε ψάξει
είχε ψαγμένο
είχαν ψάξει
είχαν ψαγμένο
είχε ψαχτεί
ήταν ψαγμένος, -η, -ο
είχαν ψαχτεί
ήταν ψαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψάχνωθα ψάχνουμε, θα ψάχνομεθα ψάχνομαιθα ψαχνόμαστε
θα ψάχνειςθα ψάχνετεθα ψάχνεσαιθα ψάχνεστε, θα ψαχνόσαστε
θα ψάχνειθα ψάχνουν(ε)θα ψάχνεταιθα ψάχνονται
Fut
ur
θα ψάξωθα ψάξουμε, θα ψάξομεθα ψαχτώθα ψαχτούμε
θα ψάξειςθα ψάξετεθα ψαχτείςθα ψαχτείτε
θα ψάξειθα ψάξουν(ε)θα ψαχτείθα ψαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψάξει
θα έχω ψαγμένο
θα έχουμε ψάξει
θα έχουμε ψαγμένο
θα έχω ψαχτεί
θα είμαι ψαγμένος, -η
θα έχουμε ψαχτεί
θα είμαστε ψαγμένοι, -ες
θα έχεις ψάξει
θα έχεις ψαγμένο
θα έχετε ψάξει
θα έχετε ψαγμένο
θα έχεις ψαχτεί
θα είσαι ψαγμένος, -η
θα έχετε ψαχτεί
θα είστε ψαγμένοι, -ες
θα έχει ψάξει
θα έχει ψαγμένο
θα έχουν ψάξει
θα έχουν ψαγμένο
θα έχει ψαχτεί
θα είναι ψαγμένος, -η, -ο
θα έχουν ψαχτεί
θα είναι ψαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψάχνωνα ψάχνουμε, να ψάχνομενα ψάχνομαινα ψαχνόμαστε
να ψάχνειςνα ψάχνετενα ψάχνεσαινα ψάχνεστε, να ψαχνόσαστε
να ψάχνεινα ψάχνουν(ε)να ψάχνεταινα ψάχνονται
Aoristνα ψάξωνα ψάξουμε, να ψάξομενα ψαχτώνα ψαχτούμε
να ψάξειςνα ψάξετενα ψαχτείςνα ψαχτείτε
να ψάξεινα ψάξουν(ε)να ψαχτείνα ψαχτούν(ε)
Perfνα έχω ψάξει
να έχω ψαγμένο
να έχουμε ψάξει
να έχουμε ψαγμένο
να έχω ψαχτεί
να είμαι ψαγμένος, -η
να έχουμε ψαχτεί
να είμαστε ψαγμένοι, -ες
να έχεις ψάξει
να έχεις ψαγμένο
να έχετε ψάξει
να έχετε ψαγμένο
να έχεις ψαχτεί
να είσαι ψαγμένος, -η
να έχετε ψαχτεί
να είστε ψαγμένοι, -ες
να έχει ψάξει
να έχει ψαγμένο
να έχουν ψάξει
να έχουν ψαγμένο
να έχει ψαχτεί
να είναι ψαγμένος, -η, -ο
να έχουν ψαχτεί
να είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψάχνεψάχνετεψάχνεστε
Aoristψάξεψάξτε, ψάχτεψάξουψαχτείτε
Part
izip
Presψάχνοντας
Perfέχοντας ψάξει, έχοντας ψαγμένοψαγμένος, -η, -οψαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristψάξειψαχτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζητάω, ζητώζητάμε, ζητούμεζητιέμαιζητιόμαστε
ζητάςζητάτεζητιέσαιζητιέστε, ζητιόσαστε
ζητάει, ζητάζητάν(ε), ζητούν(ε)ζητιέταιζητιούνται, ζητιόνται
Imper
fekt
ζητούσα, ζήταγαζητούσαμε, ζητάγαμεζητιόμουν(α)ζητιόμαστε, ζητιόμασταν
ζητούσες, ζήταγεςζητούσατε, ζητάγατεζητιόσουν(α)ζητιόσαστε, ζητιόσασταν
ζητούσε, ζήταγεζητούσαν(ε), ζήταγαν, ζητάγανεζητιόταν(ε)ζητιόνταν(ε), ζητιούνταν, ζητιόντουσαν
Aoristζήτησαζητήσαμεζητήθηκαζητηθήκαμε
ζήτησεςζητήσατεζητήθηκεςζητηθήκατε
ζήτησεζήτησαν, ζητήσαν(ε)ζητήθηκεζητήθηκαν, ζητηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ζητήσειέχουμε ζητήσειέχω ζητηθείέχουμε ζητηθεί
έχεις ζητήσειέχετε ζητήσειέχεις ζητηθείέχετε ζητηθεί
έχει ζητήσειέχουν ζητήσειέχει ζητηθείέχουν ζητηθεί
Plu
perf
ekt
είχα ζητήσειείχαμε ζητήσειείχα ζητηθείείχαμε ζητηθεί
είχες ζητήσειείχατε ζητήσειείχες ζητηθείείχατε ζητηθεί
είχε ζητήσειείχαν ζητήσειείχε ζητηθείείχαν ζητηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζητάω, θα ζητώθα ζητάμε, θα ζητούμεθα ζητιέμαιθα ζητιόμαστε
θα ζητάςθα ζητάτεθα ζητιέσαιθα ζητιέστε, θα ζητιόσαστε
θα ζητάει, θα ζητάθα ζητάν(ε), θα ζητούν(ε)θα ζητιέταιθα ζητιούνται, θα ζητιόνται
Fut
ur
θα ζητήσωθα ζητήσουμε, θα ζητήσομεθα ζητηθώθα ζητηθούμε
θα ζητήσειςθα ζητήσετεθα ζητηθείςθα ζητηθείτε
θα ζητήσειθα ζητήσουν(ε)θα ζητηθείθα ζητηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζητήσειθα έχουμε ζητήσειθα έχω ζητηθείθα έχουμε ζητηθεί
θα έχεις ζητήσειθα έχετε ζητήσειθα έχεις ζητηθείθα έχετε ζητηθεί
θα έχει ζητήσειθα έχουν ζητήσειθα έχει ζητηθείθα έχουν ζητηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζητάω, να ζητώνα ζητάμε, να ζητούμενα ζητιέμαινα ζητιόμαστε
να ζητάςνα ζητάτενα ζητιέσαινα ζητιέστε, να ζητιόσαστε
να ζητάει, να ζητάνα ζητάν(ε), να ζητούν(ε)να ζητιέταινα ζητιούνται, να ζητιόνται
Aoristνα ζητήσωνα ζητήσουμε, να ζητήσομενα ζητηθώνα ζητηθούμε
να ζητήσειςνα ζητήσετενα ζητηθείςνα ζητηθείτε
να ζητήσεινα ζητήσουν(ε)να ζητηθείνα ζητηθούν(ε)
Perfνα έχω ζητήσεινα έχουμε ζητήσεινα έχω ζητηθείνα έχουμε ζητηθεί
να έχεις ζητήσεινα έχετε ζητήσεινα έχεις ζητηθείνα έχετε ζητηθεί
να έχει ζητήσεινα έχουν ζητήσεινα έχει ζητηθείνα έχουν ζητηθεί
Imper
ativ
Presζήτα, ζήταγεζητάτεζητιέστε
Aoristζήτησε, ζήταζητήστεζητήσουζητηθείτε
Part
izip
Presζητώντας
Perfέχοντας ζητήσει
InfinAoristζητήσειζητηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback