ψάχνω Verb  [psachno, psaxnw]

  Verb
(301)
  Verb
(8)
  Verb
(1)
  Verb
(0)

Etymologie zu ψάχνω

ψάχνω mittelgriechisch ψάχνω altgriechisch von ουρανικό θέμα του παρακειμένου ἔψαυκα του ψαύω (κατά το διώκω που έγινε διώχνω)


GriechischDeutsch
Σαν παιδί, μεγαλώνοντας στο Μέιν, ένα από τα αγαπημένα μου πράγματα ήταν να ψάχνω για κοχύλια στις ακτές του Μέιν, γιατί οι γονείς μου μού είχαν πει ότι θα μου έφερναν τύχη.Während meiner Kindheit in Maine war es eine meiner liebsten Beschäftigungen, nach Sanddollars an den Küsten von Maine zu suchen, weil meine Eltern behaupteten, das bringe Glück.

Übersetzung nicht bestätigt

Αυτό που ψάχνω είναι μια διαρκής μεταλλαγή-αυτό ψάχνουμε όλοι.Was ich suche, ist eine dauerhafte Variante -danach suchen wir alle.

Übersetzung nicht bestätigt

Έτσι ξεκίνησα να ψάχνω για -να δω αν κάποιος πουλούσε κάποιο σετ, κάποιο είδος μοντέλου που θα μπορούσα να πάρω, και βρήκα αρκετό βοηθητικό υλικό, αρκετές όμορφες φωτογραφίες -αλλά καμία τύχη.Also fing ich an zu suchen, um herauszufinden, ob irgendjemand einen Baukasten verkaufte, irgendein Modell, das ich kriegen könnte. Ich fand jede Menge Referenzmaterial, viele wunderbare Fotos.

Übersetzung nicht bestätigt

Πριν 10 χρόνια, όταν προσπαθούσα να πείσω την Intel να με αφήσει να αρχίσω να ψάχνω για μια ριξικέλευθη τεχνολογία η οποία θα βοηθούσε με τον ανεξάρτητο τρόπο ζωής, την αποκαλούσα ως:Vor zehn Jahren fingen meine Versuche an, Intel davon zu überzeugen, dass sie mich nach disruptiven Technologien suchen ließen, die uns beim unabhängigen Wohnen helfen könnten.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ψάχνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψάχνωψάχνουμε, ψάχνομεψάχνομαιψαχνόμαστε
ψάχνειςψάχνετεψάχνεσαιψάχνεστε, ψαχνόσαστε
ψάχνειψάχνουν(ε)ψάχνεταιψάχνονται
Imper
fekt
έψαχναψάχναμεψαχνόμουν(α)ψαχνόμαστε, ψαχνόμασταν
έψαχνεςψάχνατεψαχνόσουν(α)ψαχνόσαστε, ψαχνόσασταν
έψαχνεέψαχναν, ψάχναν(ε)ψαχνόταν(ε)ψάχνονταν, ψαχνόντανε, ψαχνόντουσαν
Aoristέψαξαψάξαμεψάχτηκαψαχτήκαμε
έψαξεςψάξατεψάχτηκεςψαχτήκατε
έψαξεέψαξαν, ψάξαν(ε)ψάχτηκεψάχτηκαν, ψαχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ψάξει
έχω ψαγμένο
έχουμε ψάξει
έχουμε ψαγμένο
έχω ψαχτεί
είμαι ψαγμένος, -η
έχουμε ψαχτεί
είμαστε ψαγμένοι, -ες
έχεις ψάξει
έχεις ψαγμένο
έχετε ψάξει
έχετε ψαγμένο
έχεις ψαχτεί
είσαι ψαγμένος, -η
έχετε ψαχτεί
είστε ψαγμένοι, -ες
έχει ψάξει
έχει ψαγμένο
έχουν ψάξει
έχουν ψαγμένο
έχει ψαχτεί
είναι ψαγμένος, -η, -ο
έχουν ψαχτεί
είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ψάξει
είχα ψαγμένο
είχαμε ψάξει
είχαμε ψαγμένο
είχα ψαχτεί
ήμουν ψαγμένος, -η
είχαμε ψαχτεί
ήμαστε ψαγμένοι, -ες
είχες ψάξει
είχες ψαγμένο
είχατε ψάξει
είχατε ψαγμένο
είχες ψαχτεί
ήσουν ψαγμένος, -η
είχατε ψαχτεί
ήσαστε ψαγμένοι, -ες
είχε ψάξει
είχε ψαγμένο
είχαν ψάξει
είχαν ψαγμένο
είχε ψαχτεί
ήταν ψαγμένος, -η, -ο
είχαν ψαχτεί
ήταν ψαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψάχνωθα ψάχνουμε, θα ψάχνομεθα ψάχνομαιθα ψαχνόμαστε
θα ψάχνειςθα ψάχνετεθα ψάχνεσαιθα ψάχνεστε, θα ψαχνόσαστε
θα ψάχνειθα ψάχνουν(ε)θα ψάχνεταιθα ψάχνονται
Fut
ur
θα ψάξωθα ψάξουμε, θα ψάξομεθα ψαχτώθα ψαχτούμε
θα ψάξειςθα ψάξετεθα ψαχτείςθα ψαχτείτε
θα ψάξειθα ψάξουν(ε)θα ψαχτείθα ψαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψάξει
θα έχω ψαγμένο
θα έχουμε ψάξει
θα έχουμε ψαγμένο
θα έχω ψαχτεί
θα είμαι ψαγμένος, -η
θα έχουμε ψαχτεί
θα είμαστε ψαγμένοι, -ες
θα έχεις ψάξει
θα έχεις ψαγμένο
θα έχετε ψάξει
θα έχετε ψαγμένο
θα έχεις ψαχτεί
θα είσαι ψαγμένος, -η
θα έχετε ψαχτεί
θα είστε ψαγμένοι, -ες
θα έχει ψάξει
θα έχει ψαγμένο
θα έχουν ψάξει
θα έχουν ψαγμένο
θα έχει ψαχτεί
θα είναι ψαγμένος, -η, -ο
θα έχουν ψαχτεί
θα είναι ψαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψάχνωνα ψάχνουμε, να ψάχνομενα ψάχνομαινα ψαχνόμαστε
να ψάχνειςνα ψάχνετενα ψάχνεσαινα ψάχνεστε, να ψαχνόσαστε
να ψάχνεινα ψάχνουν(ε)να ψάχνεταινα ψάχνονται
Aoristνα ψάξωνα ψάξουμε, να ψάξομενα ψαχτώνα ψαχτούμε
να ψάξειςνα ψάξετενα ψαχτείςνα ψαχτείτε
να ψάξεινα ψάξουν(ε)να ψαχτείνα ψαχτούν(ε)
Perfνα έχω ψάξει
να έχω ψαγμένο
να έχουμε ψάξει
να έχουμε ψαγμένο
να έχω ψαχτεί
να είμαι ψαγμένος, -η
να έχουμε ψαχτεί
να είμαστε ψαγμένοι, -ες
να έχεις ψάξει
να έχεις ψαγμένο
να έχετε ψάξει
να έχετε ψαγμένο
να έχεις ψαχτεί
να είσαι ψαγμένος, -η
να έχετε ψαχτεί
να είστε ψαγμένοι, -ες
να έχει ψάξει
να έχει ψαγμένο
να έχουν ψάξει
να έχουν ψαγμένο
να έχει ψαχτεί
να είναι ψαγμένος, -η, -ο
να έχουν ψαχτεί
να είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψάχνεψάχνετεψάχνεστε
Aoristψάξεψάξτε, ψάχτεψάξουψαχτείτε
Part
izip
Presψάχνοντας
Perfέχοντας ψάξει, έχοντας ψαγμένοψαγμένος, -η, -οψαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristψάξειψαχτεί











Griechische Definition zu ψάχνω

ψάχνω [psáxno] -ομαι στις σημ. 4, 5 Ρ αόρ. έψαξα, απαρέμφ. ψάξει, παθ. αόρ. ψάχτηκα, απαρέμφ. ψαχτεί, μππ. ψαγμένος : 1α.ερευνώ, εξετάζω ένα χώρο για να βρω κτ.: ψάχνω κάπου. ψάχνω ένα χώρο. ψάχνω σ΄ ένα χώρο. Έψαξα παντού αλλά δε βρήκα τίποτα. Έψαχνε μέσα σ΄ ένα σωρό παλιά χαρτιά να βρει το γράμμα. Άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα συρτάρια. Ψάξε κι άλλο· είμαι σίγουρος πως κάπου εδώ το έχει κρύψει. ψάχνω τις / στις τσέπες μου, για να δω αν έχω χρήματα. β. αναζητώ κτ. στο κατάλληλο μέρος, σημείο: ψάχνω στο λεξικό, για να μάθω την ορθογραφία μιας λέξης. Θα ψάξω στην εγκυκλοπαίδεια για να βρω πληροφορίες για τον Kαβάφη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback