ψάχνω  Verb  [psachno, psaxnw]

Ähnliche Bedeutung wie ψάχνω


Beispielsätze ψάχνω

... Εγώ ψάχνω το διαβατήριό μου. Το είδατε; ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze durchsuchen

... Wenn Sie erlauben durchsuchen wir ihr Gepäck. ...

... Man musste alles gründlich durchsuchen und in Unordnung bringen. ...

... Es wäre fruchtlos, die Heilige Schrift nach nur einer einzigen Stelle durchsuchen zu wollen, an der Jesus Frauen nicht dem Manne entweder gleich- oder höhergestellt behandelt. ...

Quelle: Haehnchenpaella, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΨΑΧΝΩ
I search
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψάχνωψάχνουμε, ψάχνομεψάχνομαιψαχνόμαστε
ψάχνειςψάχνετεψάχνεσαιψάχνεστε, ψαχνόσαστε
ψάχνειψάχνουν(ε)ψάχνεταιψάχνονται
Imper
fekt
έψαχναψάχναμεψαχνόμουν(α)ψαχνόμαστε, ψαχνόμασταν
έψαχνεςψάχνατεψαχνόσουν(α)ψαχνόσαστε, ψαχνόσασταν
έψαχνεέψαχναν, ψάχναν(ε)ψαχνόταν(ε)ψάχνονταν, ψαχνόντανε, ψαχνόντουσαν
Aoristέψαξαψάξαμεψάχτηκαψαχτήκαμε
έψαξεςψάξατεψάχτηκεςψαχτήκατε
έψαξεέψαξαν, ψάξαν(ε)ψάχτηκεψάχτηκαν, ψαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψάξει
έχω ψαγμένο
έχουμε ψάξει
έχουμε ψαγμένο
έχω ψαχτεί
είμαι ψαγμένος, -η
έχουμε ψαχτεί
είμαστε ψαγμένοι, -ες
έχεις ψάξει
έχεις ψαγμένο
έχετε ψάξει
έχετε ψαγμένο
έχεις ψαχτεί
είσαι ψαγμένος, -η
έχετε ψαχτεί
είστε ψαγμένοι, -ες
έχει ψάξει
έχει ψαγμένο
έχουν ψάξει
έχουν ψαγμένο
έχει ψαχτεί
είναι ψαγμένος, -η, -ο
έχουν ψαχτεί
είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ψάξει
είχα ψαγμένο
είχαμε ψάξει
είχαμε ψαγμένο
είχα ψαχτεί
ήμουν ψαγμένος, -η
είχαμε ψαχτεί
ήμαστε ψαγμένοι, -ες
είχες ψάξει
είχες ψαγμένο
είχατε ψάξει
είχατε ψαγμένο
είχες ψαχτεί
ήσουν ψαγμένος, -η
είχατε ψαχτεί
ήσαστε ψαγμένοι, -ες
είχε ψάξει
είχε ψαγμένο
είχαν ψάξει
είχαν ψαγμένο
είχε ψαχτεί
ήταν ψαγμένος, -η, -ο
είχαν ψαχτεί
ήταν ψαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψάχνωθα ψάχνουμε, θα ψάχνομεθα ψάχνομαιθα ψαχνόμαστε
θα ψάχνειςθα ψάχνετεθα ψάχνεσαιθα ψάχνεστε, θα ψαχνόσαστε
θα ψάχνειθα ψάχνουν(ε)θα ψάχνεταιθα ψάχνονται
Fut
ur
θα ψάξωθα ψάξουμε, θα ψάξομεθα ψαχτώθα ψαχτούμε
θα ψάξειςθα ψάξετεθα ψαχτείςθα ψαχτείτε
θα ψάξειθα ψάξουν(ε)θα ψαχτείθα ψαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψάξει
θα έχω ψαγμένο
θα έχουμε ψάξει
θα έχουμε ψαγμένο
θα έχω ψαχτεί
θα είμαι ψαγμένος, -η
θα έχουμε ψαχτεί
θα είμαστε ψαγμένοι, -ες
θα έχεις ψάξει
θα έχεις ψαγμένο
θα έχετε ψάξει
θα έχετε ψαγμένο
θα έχεις ψαχτεί
θα είσαι ψαγμένος, -η
θα έχετε ψαχτεί
θα είστε ψαγμένοι, -ες
θα έχει ψάξει
θα έχει ψαγμένο
θα έχουν ψάξει
θα έχουν ψαγμένο
θα έχει ψαχτεί
θα είναι ψαγμένος, -η, -ο
θα έχουν ψαχτεί
θα είναι ψαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψάχνωνα ψάχνουμε, να ψάχνομενα ψάχνομαινα ψαχνόμαστε
να ψάχνειςνα ψάχνετενα ψάχνεσαινα ψάχνεστε, να ψαχνόσαστε
να ψάχνεινα ψάχνουν(ε)να ψάχνεταινα ψάχνονται
Aoristνα ψάξωνα ψάξουμε, να ψάξομενα ψαχτώνα ψαχτούμε
να ψάξειςνα ψάξετενα ψαχτείςνα ψαχτείτε
να ψάξεινα ψάξουν(ε)να ψαχτείνα ψαχτούν(ε)
Perfνα έχω ψάξει
να έχω ψαγμένο
να έχουμε ψάξει
να έχουμε ψαγμένο
να έχω ψαχτεί
να είμαι ψαγμένος, -η
να έχουμε ψαχτεί
να είμαστε ψαγμένοι, -ες
να έχεις ψάξει
να έχεις ψαγμένο
να έχετε ψάξει
να έχετε ψαγμένο
να έχεις ψαχτεί
να είσαι ψαγμένος, -η
να έχετε ψαχτεί
να είστε ψαγμένοι, -ες
να έχει ψάξει
να έχει ψαγμένο
να έχουν ψάξει
να έχουν ψαγμένο
να έχει ψαχτεί
να είναι ψαγμένος, -η, -ο
να έχουν ψαχτεί
να είναι ψαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψάχνεψάχνετεψάχνεστε
Aoristψάξεψάξτε, ψάχτεψάξουψαχτείτε
Part
izip
Presψάχνοντας
Perfέχοντας ψάξει, έχοντας ψαγμένοψαγμένος, -η, -οψαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristψάξειψαχτεί





Person Wortform
Präsens ich suche
du suchst
er, sie, es sucht
Präteritum ich suchte
Konjunktiv II ich suchte
Imperativ Singular suche!
such!
Plural sucht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesucht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:suchen






Griechische Definition zu ψάχνω

ψάχνω [psáxno] -ομαι στις σημ. 4, 5 Ρ αόρ. έψαξα, απαρέμφ. ψάξει, παθ. αόρ. ψάχτηκα, απαρέμφ. ψαχτεί, μππ. ψαγμένος : 1α.ερευνώ, εξετάζω ένα χώρο για να βρω κτ.: ψάχνω κάπου. ψάχνω ένα χώρο. ψάχνω σ΄ ένα χώρο. Έψαξα παντού αλλά δε βρήκα τίποτα. Έψαχνε μέσα σ΄ ένα σωρό παλιά χαρτιά να βρει το γράμμα. Άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα συρτάρια. Ψάξε κι άλλο· είμαι σίγουρος πως κάπου εδώ το έχει κρύψει. ψάχνω τις / στις τσέπες μου, για να δω αν έχω χρήματα. β. αναζητώ κτ. στο κατάλληλο μέρος, σημείο: ψάχνω στο λεξικό, για να μάθω την ορθογραφία μιας λέξης. Θα ψάξω στην εγκυκλοπαίδεια για να βρω πληροφορίες για τον Kαβάφη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψάχνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15