τακτοποιώ  

  • regeln
  • arrangieren
  • in Ordnung bringen

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... "νέμω" της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας που σημαίνει διανέμω, μοιράζω ή τακτοποιώ. Η ανάγκη της αστυνομίας έγινε αντιληπτή τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα ...

... στην Ανατολή έχουν ήδη αναγνωρίσει το Μάξιμο. Αφού με τον Θεοδόσιο Α΄ τακτοποιεί κάποιες εκκρεμότητες ως προς την Περσική απειλή, ξεκινούν μαζί το 388 ...

... μέτρησε και τακτοποίησε τα διάφορα μέρη του. Όταν το άκουσε αυτό ο Κύρος χάρηκε και είπε στον ξένο ότι ο ίδιος είχε μετρήσει και τακτοποιήσει τα πάντα και ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

taktopio, taktopoiw

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15