σκουπίζω  

  • fegen
  • kehren
  • wischen

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Ανατολική Κρήτη η σκούπα και Φινοκαλίζω = σκουπίζω. Είναι η βυζαντινή λέξη το φινοκάλιν και φινοκαλώ = σαρώνω, σκουπίζω. Το όνομα πιστεύεται ότι έχει τη προέλευση ...

... Λύσιππο και αναπαριστά έναν αθλητή την στιγμή που, κατά τη συνήθη τακτική, σκουπίζει την σκόνη, το λάδι και τον ιδρώτα από το δέρμα του χρησιμοποιώντας την ...

... ιερέας κατα την Θεία Μετάληψη στη βάση του Αγίου Ποτηρίου. Οι πιστοί σκουπίζουν με αυτό το στόμα τους μετά το τέλος της Θείας Μετάληψης. Ο πιστός θα πρέπει ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

skupizo, skoypizw

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15