πληρώνω  

  •    bezahlen
  •    zahlen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

plirono, plhrwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πληρώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πληρώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πληρώνω πληρώνεις πληρώνει πληρώνο(υ)με πληρώνετε πληρώνουν(ε)
παρατατικός πλήρωνα πλήρωνες πλήρωνε πληρώναμε πληρώνατε πλήρωναν, πληρώναν(ε)
αόριστος πλήρωσα πλήρωσες πλήρωσε πληρώσαμε πληρώσατε πλήρωσαν, πληρώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πληρώνω θα πληρώνεις θα πληρώνει θα πληρώνο(υ)με θα πληρώνετε θα πληρώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πληρώσω θα πληρώσεις θα πληρώσει θα πληρώσο(υ)με θα πληρώσετε θα πληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πληρώσει έχεις πληρώσει έχει πληρώσει έχο(υ)με πληρώσει έχετε πληρώσει έχουν(ε) πληρώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πληρώσει είχες πληρώσει είχε πληρώσει είχαμε πληρώσει είχατε πληρώσει είχαν(ε) πληρώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πληρώσει θα έχεις πληρώσει θα έχει πληρώσει θα έχο(υ)με πληρώσει θα έχετε πληρώσει θα έχουν(ε) πληρώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πληρώνω να πληρώνεις να πληρώνει να πληρώνο(υ)με να πληρώνετε να πληρώνουν(ε)
αόριστος να πληρώσω να πληρώσεις να πληρώσει να πληρώσο(υ)με να πληρώσετε να πληρώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πληρώσει να έχεις πληρώσει να έχει πληρώσει να έχο(υ)με πληρώσει να έχετε πληρώσει να έχουν(ε) πληρώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πλήρωνε πληρώνετε
αόριστος πλήρωσε πληρώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15