πεισμώνω  

  • stur sein
  • absurderweise auf etwas bestehen
  • beharren

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... συνηθισμένο. Η Ιερουσαλήμ είναι και για το Ισλάμ ιερή πόλη και αυτό το γεγονός πείσμωνε ακόμη περισσότερο τους μουσουλμάνους. Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ μέχρι ...

... στρατιωτικών. Ανέλαβε την αρχηγία όταν το κίνημα σχεδόν παρέλυε κάτω από την πείσμωνα αδιαφορία των πολιτικών και κατάφερε να χαλιναγωγήσει τις ορμές των πιο ...

... 23/2/1929. εφ."Σκριπ", 3/3/1929. "Κατόπιν ενός ωραιοτάτου, τεχνικού πείσμωνος και κοπιώδους αγώνος, η ομάς των μαθητών της Νήαρ Ηστ υπέκυψε, νικητρίας ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pismono, peismwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πεισμώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πεισμώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πεισμώνω πεισμώνεις πεισμώνει πεισμώνο(υ)με πεισμώνετε πεισμώνουν(ε)
παρατατικός πείσμωνα πείσμωνες πείσμωνε πεισμώναμε πεισμώνατε πείσμωναν, πεισμώναν(ε)
αόριστος πείσμωσα πείσμωσες πείσμωσε πεισμώσαμε πεισμώσατε πείσμωσαν, πεισμώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πεισμώνω θα πεισμώνεις θα πεισμώνει θα πεισμώνο(υ)με θα πεισμώνετε θα πεισμώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πεισμώσω θα πεισμώσεις θα πεισμώσει θα πεισμώσο(υ)με θα πεισμώσετε θα πεισμώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πεισμώσει έχεις πεισμώσει έχει πεισμώσει έχο(υ)με πεισμώσει έχετε πεισμώσει έχουν(ε) πεισμώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πεισμώσει είχες πεισμώσει είχε πεισμώσει είχαμε πεισμώσει είχατε πεισμώσει είχαν(ε) πεισμώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πεισμώσει θα έχεις πεισμώσει θα έχει πεισμώσει θα έχο(υ)με πεισμώσει θα έχετε πεισμώσει θα έχουν(ε) πεισμώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πεισμώνω να πεισμώνεις να πεισμώνει να πεισμώνο(υ)με να πεισμώνετε να πεισμώνουν(ε)
αόριστος να πεισμώσω να πεισμώσεις να πεισμώσει να πεισμώσο(υ)με να πεισμώσετε να πεισμώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πεισμώσει να έχεις πεισμώσει να έχει πεισμώσει να έχο(υ)με πεισμώσει να έχετε πεισμώσει να έχουν(ε) πεισμώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πείσμωνε πεισμώνετε
αόριστος πείσμωσε πεισμώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15