πεισμώνω  

  •    stur sein
  •    absurderweise auf etwas bestehen
  •    beharren

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pismono, peismwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πεισμώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πεισμώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πεισμώνω πεισμώνεις πεισμώνει πεισμώνο(υ)με πεισμώνετε πεισμώνουν(ε)
παρατατικός πείσμωνα πείσμωνες πείσμωνε πεισμώναμε πεισμώνατε πείσμωναν, πεισμώναν(ε)
αόριστος πείσμωσα πείσμωσες πείσμωσε πεισμώσαμε πεισμώσατε πείσμωσαν, πεισμώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πεισμώνω θα πεισμώνεις θα πεισμώνει θα πεισμώνο(υ)με θα πεισμώνετε θα πεισμώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πεισμώσω θα πεισμώσεις θα πεισμώσει θα πεισμώσο(υ)με θα πεισμώσετε θα πεισμώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πεισμώσει έχεις πεισμώσει έχει πεισμώσει έχο(υ)με πεισμώσει έχετε πεισμώσει έχουν(ε) πεισμώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πεισμώσει είχες πεισμώσει είχε πεισμώσει είχαμε πεισμώσει είχατε πεισμώσει είχαν(ε) πεισμώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πεισμώσει θα έχεις πεισμώσει θα έχει πεισμώσει θα έχο(υ)με πεισμώσει θα έχετε πεισμώσει θα έχουν(ε) πεισμώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πεισμώνω να πεισμώνεις να πεισμώνει να πεισμώνο(υ)με να πεισμώνετε να πεισμώνουν(ε)
αόριστος να πεισμώσω να πεισμώσεις να πεισμώσει να πεισμώσο(υ)με να πεισμώσετε να πεισμώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πεισμώσει να έχεις πεισμώσει να έχει πεισμώσει να έχο(υ)με πεισμώσει να έχετε πεισμώσει να έχουν(ε) πεισμώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πείσμωνε πεισμώνετε
αόριστος πείσμωσε πεισμώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15