{η}  τάση Subst.  [tasi, tash]

{die}    Subst.
(1730)
{die}    Subst.
(658)
{die}    Subst.
(219)
{der}    Subst.
(35)
(4)
{die}    Subst.
(0)

Etymologie zu τάση

τάση altgriechisch τάσις


GriechischDeutsch
Από το 1970, παρατηρείται γενική τάση μείωσης των βροχοπτώσεων [28].Seit 1970 besteht eine allgemeine Tendenz rückläufiger Niederschlagsmengen [28].

Übersetzung bestätigt

Η Επιτροπή έλεγξε εάν η συγκεκριμένη υπόθεση σχετικά με την πηγή ενέργειας αντανακλά τις τρέχουσες τάσεις των νέων επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας στην Πολωνία, καθώς και εάν τα αποθέματα του πολωνικού κάρβουνου επαρκούν για τη συνέχιση των εν λόγω τάσεων στο μέλλον.Die Kommission hat überprüft, ob diese Annahme mit den aktuellen Tendenzen bei Erstinvestitionen in diesem Sektor in Polen übereinstimmt. Sie hat ferner untersucht, ob die polnischen Kohlevorräte ausreichen, damit sich diese Entwicklung auch in Zukunft fortsetzt.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, σύμφωνα με την ITP, η ανεξαρτησία της RR είναι προφανής, δεδομένου ότι οι πωλήσεις της ITP στην RR ανήλθαν μόνο στο 25 % του κύκλου εργασιών της το 2008, με φθίνουσα τάση.Des Weiteren ist ITP zufolge die Eigenständigkeit des Unternehmens gegenüber RR offensichtlich, da die Verkäufe an RR im Jahr 2008 nur 25 % des Umsatzes von ITP ausmachten, und das bei fallender Tendenz.

Übersetzung bestätigt

Τα εσωτερικά μοντέλα δείχνουν ότι η ημερήσια σειρά του αποθέματος στο Δημόσιο παρουσιάζει, αφ’ ότου ξεκίνησε μία συγκέντρωση retail (που σήμερα αποτελεί το 75 % ολόκληρης της συγκέντρωσης σε ταχυδρομικούς τρεχούμενους λογαριασμούς), μία ανοδική τάση.Die internen Modelle bringen zum Ausdruck, dass die Anzahl der Einlagen beim Schatzamt seit der Einführung der Hereinnahme der Einlagen von Privatkunden (Retail) (auf die 75 % der gesamten Einlagen auf Postgirokonten entfallen) eine steigende Tendenz aufweist.

Übersetzung bestätigt

Οι αυξήσεις αυτές αποδίδονται στη θέσπιση νέων ευρωπαϊκών κανόνων για τη χρήση μονωτικών υλικών στα κτίρια και στη μακροπρόθεσμη τάση της βιομηχανίας να χρησιμοποιεί μονωτικά προϊόντα και υλικά.Derartige Anstiege erklären sich durch die Einführung neuer europäischer Normen für die Nutzung von Dämmstoffen im Bausektor sowie durch die Tendenz der Industrie, langfristig isolierende Produkte und Dämmstoffe zu benutzen.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu τάση

τάση η [tási] : I. για φαινόμενο που ακολουθεί μια κατεύθυνση χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρώσει την πορεία του. 1α. φυσική συνήθ. προδιάθε ση ενός ατόμου: Έχει τάση για παχυσαρκία. Έχει την τάση να λέει ψέματα. Έχει κακές τάσεις, ροπές. H τάση του ανθρώπου προς το κακό / προς την τελειότητα. || κλίση, έμφυτη ικανότητα: Άτομο με καλλιτεχνικές τάσεις. β. προτίμηση που έχει ομαδικό χαρακτήρα: Επικρατεί / υπάρχει η τάση να εγκατα λείπουν οι κάτοικοι το κέντρο των πόλεων. γ. εξελικτική πορεία οικονομι κών μεγεθών: H δραχμή παρουσιάζει ανοδική / πτωτική τάση. Ο τιμάριθμος παρουσιάζει πληθωριστικές τάσεις. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback