{το}  ορυκτό Subst.  [orikto, orykto]

{das}    Subst.
(53)
{das}    Subst.
(0)

Etymologie zu ορυκτό

ορυκτό Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Ο ασβεστόλιθος πρέπει να διαγραφεί από το παράρτημα IV, δεδομένου ότι είναι ορυκτό και περιλαμβάνεται ήδη στις εξαιρέσεις του παραρτήματος V. Τέλος, πρέπει να διαγραφούν ορισμένα από τα υφιστάμενα λήμματα για τα έλαια, τα λίπη, τους κηρούς, τα λιπαρά οξέα και τα άλατά τους, δεδομένου ότι δεν πληρούν όλες οι ουσίες των ομάδων αυτών τα κριτήρια υπαγωγής στο παρτάρτημα IV και είναι πιο εύλογο να συμπεριληφθούν στο παράρτημα V ως γενικό λήμμα, με μια διατύπωση που θα περιορίζει την εξαίρεση στις ουσίες με χαμηλότερο επίπεδο επικινδυνότητας.Kalkstein sollte aus dem Anhang IV gestrichen werden, weil es sich um ein Mineral handelt und als solches bereits durch Anhang V ausgenommen ist. Schließlich sollten einige vorhandene Einträge von Ölen, Fetten, Wachsen, Fettsäuren und ihren Salzen aus diesem Anhang gestrichen werden, weil nicht alle diese Stoffe die Kriterien für die Aufnahme in den Anhang IV erfüllen und es konsequenter ist, diese unter Verwendung einer Formulierung in einem Gattungseintrag in den Anhang V aufzunehmen, um die Ausnahme auf Stoffe mit geringerem Risikoprofil zu begrenzen.

Übersetzung bestätigt

«ορυκτός πόρος» ή «ορυκτό», το κοίτασμα οργανικής ή ανόργανης ουσίας που απαντάται φυσιολογικά στον φλοιό της γης, όπως τα ενεργειακά καύσιμα, τα μεταλλεύματα, τα βιομηχανικά και λατομικά ορυκτά, εξαιρουμένου όμως του νερού·„mineralische Rohstoffe“ oder „Mineral“: natürlich in der Erdkruste vorkommende Ablagerungen von organischen oder anorganischen Stoffen wie Energierohstoffe, Erze, Industrieminerale und Baurohstoffe, jedoch kein Wasser;

Übersetzung bestätigt

Φυσικό ορυκτό μαγνησίου, αλουμινίου, πυριτίου.Natürlich vorkommendes, Magnesium, Aluminium und Silicium enthaltendes Mineral

Übersetzung bestätigt

Φυσικό ορυκτό που λαμβάνεται μέσω άλεσης πηγών χαλαζία.Natürlich vorkommendes Mineral, das durch Vermahlen quarzhaltiger Quellen gewonnen wird

Übersetzung bestätigt

Η βασική πρώτη ύλη για την κατασκευή των τούβλων μαγνησίας είναι τα ορυκτά μαγνησίτη.Hauptrohstoff bei der Herstellung von Magnesia-Steinen ist das Mineral Magnesit.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu ορυκτό

ορυκτό το [oriktó] : γενική ονομασία των φυσικών ουσιών, συνήθ. στερεών και ανόργανων, που συγκροτούν το στερεό φλοιό της γης και ιδίως εκείνων που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον άνθρω πο: Φυσικές / χημικές ιδιότητες ενός ορυκτού. Εξόρυξη / εκμετάλλευση των ορυκτών. Xώρα πλούσια σε μάρμαρα, μεταλλεύματα και άλλα ορυκτά. Ένα ορυκτό πλούσιο σε μέταλλα, μετάλλευμα. || Mεταλλικά ορυκτά.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ορυκτός σημδ. γαλλ. minéral]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback