{η}  άμυνα Subst.  [amina, amyna]

{die}    Subst.
(1001)
{die}    Subst.
(120)
{die}    Subst.
(33)
{die}    Subst.
(32)
(2)

Etymologie zu άμυνα

άμυνα altgriechisch ἄμυνα


GriechischDeutsch
Όσον αφορά τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία, τη δημόσια διοίκηση και την άμυνα, καθώς και την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, και όσον αφορά τα πρόσθετα χαρακτηριστικά σχετικά με τις ομάδες επιχειρήσεων, η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί παρέκκλιση, κατόπιν αιτήματος ενός κράτους μέλους, για μεταβατική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 25 Μαρτίου 2013.Für Landund Forstwirtschaft, Fischerei und Fischzucht, öffentliche Verwaltung, Verteidigung und obligatorische Sozialversicherung sowie für die zusätzlichen Merkmale betreffend Unternehmensgruppen kann die Kommission auf Antrag eines Mitgliedstaats für einen Übergangszeitraum höchstens bis zum 25. März 2013 eine Ausnahmeregelung zulassen.

Übersetzung bestätigt

Τοπικές μονάδες και χαρακτηριστικά τους στη δημόσια διοίκηση και άμυνα και σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλισηÖrtliche Einheiten und ihre Merkmale in öffentlicher Verwaltung, Verteidigung und obligatorischer Sozialversicherung

Übersetzung bestätigt

Γεωργία, δασοπονία και αλιεία, δημόσια διοίκηση και άμυνα και υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και πρόσθετα χαρακτηριστικά σχετικά με τις ομάδες επιχειρήσεωνLandund Forstwirtschaft, Fischerei und Fischzucht, öffentliche Verwaltung, Verteidigung und obligatorische Sozialversicherung sowie die zusätzlichen Merkmale betreffend die Unternehmensgruppen

Übersetzung bestätigt

Γεωργία, δασοπονία και αλιεία, δημόσια διοίκηση και άμυνα και υποχρεωτική κοινωνική ασφάλισηLandund Forstwirtschaft, Fischerei und Fischzucht, öffentliche Verwaltung, Verteidigung und obligatorische Sozialversicherung

Übersetzung bestätigt

Δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση· εκπαίδευση· δραστηριότητες σχετικές με την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνική μέριμναÖffentliche Verwaltung, Verteidigung; Sozialversicherung; Erziehung und Unterricht; Gesundheits -und Sozialwesen

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu άμυνα

άμυνα η [ámina] λόγ. γεν. και αμύνης : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αμύνομαι· αντίσταση σε πίεση ή επίθεση. 1α. απόκρουση επιθετικής ενέργειας ή κίνησης. ANT επίθεση: Παθητική / ενεργητική άμυνα. || (νομ.): Bρίσκομαι / είμαι σε (νόμιμη) άμυνα, αποκρούω επίθεση εναντίον μου καλυμμένος από το νόμο. β. λήψη μέτρων για την εξουδετέρωση διάφορων κινδύνων: άμυνα κατά των εχθρών της δημοκρατίας. γ. η ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού να εξουδετερώνει τα μικρόβια ή τις βλαβερές ουσίες που μπαίνουν σ΄ αυτόν: Ενισχύεται η άμυνα του οργανισμού. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback