Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



ανάερα

ανάερα επίθετο ανάερος,η,ο


αλλόδοξος

αλλόδοξος Koine-Griechisch ἀλλόδοξος (που έχει άλλη γνώμη ή άποψη)


χαρτοκόπτης

χαρτοκόπτης χάρτης και κόπτω


συγκεντρωσιάρχης

συγκεντρωσιάρχης συγκέντρωση + -άρχης


στέρεμα

στέρεμα Etymologie fehlt


σηροτροφείο

σηροτροφείο σηρ + τρέφω Wort verwendet ab 1893


ρομβία


μπαίγνιο

μπαίγνιο Etymologie fehlt


κριθάλευρο

κριθάλευρο Etymologie fehlt


θελκτικότητα

θελκτικότητα θελκτικός + -ότητα


εξολκέας

εξολκέας εξ- + altgriechisch ὁλκή + -έας


δαρμός

δαρμός Koine-Griechisch


αμάρα

αμάρα altgriechisch ἀμάρα (3: (Lehnbedeutung) (γαλλικά) conduit)


συνεπαγωγή

συνεπαγωγή συνεπάγομαι


προγραφή

προγραφή Etymologie fehlt


παροπλίζω

παροπλίζω Etymologie fehlt


ξεπαγώνω

ξεπαγώνω ξε- στερητικό + παγώνω


μίλημα

μίλημα Etymologie fehlt


μικροκομματισμός

μικροκομματισμός Etymologie fehlt


λάφι

λάφι ελάφι


δείξιμο

δείξιμο Etymologie fehlt


βραδυγλωσσία

βραδυγλωσσία mittelgriechisch βραδυγλωσσία Koine-Griechisch βραδύγλωσσος altgriechisch βραδύς + -γλωσσία ( γλῶσσα )


ανεκδοτικά


ανάμεσο

ανάμεσο mittelgriechisch ἀνάμεσον altgriechisch ἀνάμεσος ἀνά + μέσος


ακκίζομαι

ακκίζομαι altgriechisch ἀκκίζομαι


αερολογώ

αερολογώ αερολόγος


φλομώνω

φλομώνω mittelgriechisch φλομώνω Koine-Griechisch φλόμος (Maskulinum) altgriechisch φλόμος (Femininum)


ρεζεντά

ρεζεντά französisch réséda lateinisch resedo (ανακουφίζω, ηρεμώ)[1]


πρωτοκαπετάνιος

πρωτοκαπετάνιος πρωτο- + καπετάνιος


πολυαρθρίτιδα

πολυαρθρίτιδα πολυ- + αρθρίτιδα (ἄρθρον + -ίτις / -ίτιδα στη δημοτική)


πνευμάτωση

πνευμάτωση Etymologie fehlt


λαξεύω

λαξεύω Koine-Griechisch λαξεύω


καριόλης

καριόλης καριόλ(α) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)[1]


κανονάρχης

κανονάρχης Koine-Griechisch κανονάρχης (πρωτοψάλτης)[1] Συγχρονικά αναλύεται σε κανόν(ας) + -άρχης. siehe auch κανόναρχος


επίφυση

επίφυση επί + φύση


εναντιότητα

εναντιότητα altgriechisch ἐναντιότης


βλαπτικότητα

βλαπτικότητα βλαπτικός + -ότητα


απλωτά


αξόνι

αξόνι άξονας


χρωματόσωμα

χρωματόσωμα χρώμα + σώμα (νεολογισμός)


φαμελιάρης

φαμελιάρης φαμελιά + -ιάρης


συρίζω

συρίζω (λόγιο) altgriechisch συρίζω (ηχομιμητικό)


σιγοβράζω

σιγοβράζω σιγά + βράζω


σαχνισί

σαχνισί türkisch şahnişin persisch شاه نشين (shah nishin, κατοικία σάχη)


πολτοποιώ

πολτοποιώ Etymologie fehlt


παραγκώνιση

παραγκώνιση Etymologie fehlt


λιβανίζω

λιβανίζω λιβάνι + -ίζω


κροταλίζω

κροταλίζω altgriechisch κροταλίζω


ημιπερίοδος


βρόμιο

βρόμιο Καθαρεύουσα βρόμιον ή βρώμιον, (αντιδάνειο) französisch brome Koine-Griechisch βρόμος ή βρῶμος βρῶμος “δυσωδία”. Wort verwendet ab 1876.[1] Η γραφή βρόμιο θεωρείται σωστότερη (βλ. ετυμολογία του βρόμα). Επίσης, βλ. βρομώ για την αρχική σημασία: “θορυβώ, κάνω κρότο”.


αποτίω

αποτίω → siehe: αποτίνω


ακατάληπτος

ακατάληπτος Koine-Griechisch ἀκατάληπτος (ίδια σημασία) altgriechisch τζουναφαληπτος ἀ- + καταληπτός καταλαμβάνω κατά + λαμβάνω


αεροθεραπεία

αεροθεραπεία französisch aérothérapie


χαλκουργείο

χαλκουργείο Etymologie fehlt


τσαλαπάτημα

τσαλαπάτημα Etymologie fehlt


τρεμουλιάζω

τρεμουλιάζω τρεμούλα + -ιάζω


τραχειοβρογχίτιδα

τραχειοβρογχίτιδα τραχεία + βρόγχος + -ίτιδα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


ταχυβολία

ταχυβολία Etymologie fehlt


ταπώνω

ταπώνω Etymologie fehlt


σκυρόστρωση

σκυρόστρωση altgriechisch σκῦρον + στρώνω


πλατύποδας


πλανάρω

πλανάρω Etymologie fehlt


λωλά


λιμενεργάτης

λιμενεργάτης λιμένας + εργάτης


εμμηνορρυσία

εμμηνορρυσία έμμηνος + -ρυσία (Lehnübersetzung) englisch menstruation ή neulateinisch menorrhea


γάγγλιο

γάγγλιο Koine-Griechisch γάγγλιον


αυτοματικά


αντιθέτω

αντιθέτω altgriechisch ἀντιτίθημι ἀντί + τίθημι


ωκεανολογία

ωκεανολογία ωκεανολόγος


φύλαγμα

φύλαγμα altgriechisch φύλαγμα


φτάσιμο

φτάσιμο φτάνω + -ιμο


σώστρα

σώστρα Etymologie fehlt


συρράπτω

συρράπτω Etymologie fehlt


ολόφωτος

ολόφωτος mittelgriechisch ὁλόφωτος. Συγχρονικά αναλύεται σε ολό- + φωτ- (φως) + -ος


οκαζιόν

οκαζιόν französisch occasion


οικτιρμός

οικτιρμός altgriechisch οἰκτιρμός οἰκτίρω


μαγαρίζω

μαγαρίζω altgriechisch μεγαρίζω (το ρήμα άρχισε να έχει μειωτική σημασία μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού)


λιμνάζω

λιμνάζω altgriechisch λιμνάζω λίμνη


λεκιάζω

λεκιάζω λεκές + -ιάζω


λαμπρύνω

λαμπρύνω altgriechisch λαμπρύνω λαμπρός λάμπω + -ρός proto-indogermanisch *leh₂p- (λάμπω)


κράμβη

κράμβη altgriechisch κράμβη


επίγονος

επίγονος (λόγιο) altgriechisch ἐπίγονος (γεννημένος κατόπιν) ἐπί ( επί- + -γονος )


δεισιδαίμονας

δεισιδαίμονας altgriechisch δεισιδαίμων


χαζολόγημα

χαζολόγημα χαζολογώ


υπαισθησία

υπαισθησία υπό + αίσθησις


στροβιλίζω

στροβιλίζω Koine-Griechisch στροβιλίζω


σκληραίνω

σκληραίνω Etymologie fehlt


προϋπάρχω

προϋπάρχω Etymologie fehlt


πλεμόνι

πλεμόνι altgriechisch πλεύμων


παγαίνω

παγαίνω mittelgriechisch πηγαίνω και ὑπαγαίνω altgriechisch ὑπάγω


ξαγρύπνια

ξαγρύπνια ξαγρυπν(ώ} + -ια (αναδρομικός σχηματισμός)[1]


κρασοπουλειό

κρασοπουλειό Etymologie fehlt


κονκλάβιο

κονκλάβιο lateinisch conclave con- + clavis (κλειδί), δωμάτιο που μπορεί να κλειδωθεί


κομφορμισμός

κομφορμισμός französisch conformisme conformiste englisch conformist conform μέση englisch conformen παλαιά γαλλικά conformer lateinisch conformare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος conformo con- + formo altgriechisch μορφή (αντιδάνειο) indoeuropäisch (Wurzel) *mer- (λάμψη)


κοινωνικοποιώ

κοινωνικοποιώ Etymologie fehlt


ηχολαλία

ηχολαλία ήχος + λαλώ


δυσχεραίνω

δυσχεραίνω altgriechisch δυσχερής


δεντρογαλιά

δεντρογαλιά δενδρογαλή δένδρο + γαλή (επειδή αναρριχάται σε δέντρα)


αφάλι

αφάλι Etymologie fehlt


ασχημοσύνη

ασχημοσύνη altgriechisch ἀσχημοσύνη ἀσχήμων σχῆμα ἔχω



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback