χώνω  Verb  [chono, xwnw]

Ähnliche Bedeutung wie χώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χώνω

... Το Χωνί είναι εβδομαδιαία κυριακάτικη πολιτική εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και εκδίδεται από την εταιρεία ΣΑΡΙΣΑ ΕΠΕ. Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας ...

... φιάλη συνδυάζεται με χωνί διήθησης ή χωνί Büchner με το οποίο μπορεί να διαχωριστεί το υγρό από το ίζημα ενός διαλύματος. Το χωνί διήθησης προσαρμόζεται ...

... τότε μιλάμε για κυκλικό κώνο. Με τον τελευταίο όρο καλείται το μέρος μιας χώνης κυκλικής κωνικής επιφάνειας που τερματίζεται σε επίπεδο παράλληλο προς το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verstecken

... Die Kakerlaken verstecken sich tagsüber. ...

... Untersucht sorgfältig die Büsche, wo sich der Feind verstecken kann. ...

... Kakerlaken verstecken sich während des Tages. ...

Quelle: jerom, Espi, Nero

Grammatik


ΧΩΝΩ
I stuff
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χώνωχώνουμε, χώνομεχώνομαιχωνόμαστε
χώνειςχώνετεχώνεσαιχώνεστε, χωνόσαστε
χώνειχώνουν(ε)χώνεταιχώνονται
Imper
fekt
έχωναχώναμεχωνόμουν(α)χωνόμαστε, χωνόμασταν
έχωνεςχώνατεχωνόσουν(α)χωνόσαστε, χωνόσασταν
έχωνεέχωναν, χώναν(ε)χωνόταν(ε)χώνονταν, χωνόντανε, χωνόντουσαν
Aoristέχωσαχώσαμεχώθηκαχωθήκαμε
έχωσεςχώσατεχώθηκεςχωθήκατε
έχωσεέχωσαν, χώσαν(ε)χώθηκεχώθηκαν, χωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω χώσει
έχω χωμένο
έχουμε χώσει
έχουμε χωμένο
έχω χωθεί
είμαι χωμένος, -η
έχουμε χωθεί
είμαστε χωμένοι, -ες
έχεις χώσει
έχεις χωμένο
έχετε χώσει
έχετε χωμένο
έχεις χωθεί
είσαι χωμένος, -η
έχετε χωθεί
είστε χωμένοι, -ες
έχει χώσει
έχει χωμένο
έχουν χώσει
έχουν χωμένο
έχει χωθεί
είναι χωμένος, -η, -ο
έχουν χωθεί
είναι χωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χώσει
είχα χωμένο
είχαμε χώσει
είχαμε χωμένο
είχα χωθεί
ήμουν χωμένος, -η
είχαμε χωθεί
ήμαστε χωμένοι, -ες
είχες χώσει
είχες χωμένο
είχατε χώσει
είχατε χωμένο
είχες χωθεί
ήσουν χωμένος, -η
είχατε χωθεί
ήσαστε χωμένοι, -ες
είχε χώσει
είχε χωμένο
είχαν χώσει
είχαν χωμένο
είχε χωθεί
ήταν χωμένος, -η, -ο
είχαν χωθεί
ήταν χωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χώνωθα χώνουμε, θα χώνομεθα χώνομαιθα χωνόμαστε
θα χώνειςθα χώνετεθα χώνεσαιθα χώνεστε, θα χωνόσαστε
θα χώνειθα χώνουν(ε)θα χώνεταιθα χώνονται
Fut
ur
θα χώσωθα χώσουμε, θα χώσομεθα χωθώθα χωθούμε
θα χώσειςθα χώσετεθα χωθείςθα χωθείτε
θα χώσειθα χώσουνθα χωθείθα χωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χώσει
θα έχω χωμένο
θα έχουμε χώσει
θα έχουμε χωμένο
θα έχω χωθεί
θα είμαι χωμένος, -η
θα έχουμε χωθεί
θα είμαστε χωμένοι, -ες
θα έχεις χώσει
θα έχεις χωμένο
θα έχετε χώσει
θα έχετε χωμένο
θα έχεις χωθεί
θα είσαι χωμένος, -η
θα έχετε χωθεί
θα είστε χωμένοι, -ες
θα έχει χώσει
θα έχει χωμένο
θα έχουν χώσει
θα έχουν χωμένο
θα έχει χωθεί
θα είναι χωμένος, -η, -ο
θα έχουν χωθεί
θα είναι χωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χώνωνα χώνουμε, να χώνομενα χώνομαινα χωνόμαστε
να χώνειςνα χώνετενα χώνεσαινα χώνεστε, να χωνόσαστε
να χώνεινα χώνουν(ε)να χώνεταινα χώνονται
Aoristνα χώσωνα χώσουμε, να χώσομενα χωθώνα χωθούμε
να χώσειςνα χώσετενα χωθείςνα χωθείτε
να χώσεινα χώσουν(ε)να χωθείνα χωθούν(ε)
Perfνα έχω χώσει
να έχω χωμένο
να έχουμε χώσει
να έχουμε χωμένο
να έχω χωθεί
να είμαι χωμένος, -η
να έχουμε χωθεί
να είμαστε χωμένοι, -ες
να έχεις χώσει
να έχεις χωμένο
να έχετε χώσει
να έχετε χωμένο
να έχεις χωθεί
να είσαι χωμένος, -η
να έχετε χωθεί
να είστε χωμένοι, -ες
να έχει χώσει
να έχει χωμένο
να έχουν χώσει
να έχουν χωμένο
να έχει χωθεί
να είναι χωμένος, -η, -ο
να έχουν χωθεί
να είναι χωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχώνεχώνετεχώνεστε
Aoristχώσεχώστε, χώσετεχώσουχωθείτε
Part
izip
Presχώνοντας
Perfέχοντας χώσει, έχοντας χωμένοχωμένος, -η, -οχωμένοι, -ες, -α
InfinAoristχώσειχωθεί








Griechische Definition zu χώνω

χώνω [xóno] -ομαι : 1α.πιέζω κτ. για να μπει βαθιά μέσα σε κτ. άλλο: χώνω το καρφί στον τοίχο. χώνω τον πάσσαλο στο χώμα. χώνω το μαχαίρι στο λαι μό, βυθίζω. Tου χώθηκε ένα καρφί στο πόδι. || (οικ.) σκεπάζω με χώ μα· θάβω: Tον έχωσαν ζωντανό. Πάνε να τον χώσουν. β. βάζω κτ. μέσα σε μια κοιλότητα ή σε μια εσωτερική θέση: χώνω το δάχτυλο στη μύτη / στο στό μα. Έχει τα χέρια χωμένα στις τσέπες. || Xώθηκε στη βαθιά πολυθρό να. ΦΡ χώνομαι παντού ή χώνω τη μύτη / τη μούρη / την ουρά μου παντού, ανακατεύομαι απρόσκλητος σε ξένες υποθέσεις. χώνω τη μύτη μου κάπου, ασχολούμαι με κτ. δείχνοντας αδιάκριτη περιέργεια. χώνω κτ. στο κεφάλι κάποιου, προσπαθώ να τον κάνω να το μάθει. γ. κρύβω κπ. ή κτ. μέσα σε ή κάτω από κτ. άλλο· τρυπώνω: Xώθηκε στο υπόγειο / κάτω από το κρεβάτι. Έχωσε τα λεφτά στο ντουλάπι / κάτω απ΄ το στρώμα. || τοποθετώ κτ. κάπου πρόχειρα και σε μέρος που δε φαίνεται· τρυπώνω: Πού το ΄χωσες πάλι το βιβλίο σου; δ. αναγκάζω κπ. να μπει σε ένα χώρο: Tον έχωσε στο σπίτι / στο αυτοκίνητο. ΦΡ χώνω / βάζω κπ. μέσα, τον φυλακίζω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15