χρειάζομαι  Verb  [chriazome, xreiazomai]

Ähnliche Bedeutung wie χρειάζομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χρειάζομαι

... Περισσότερο από το σίδερο, περισσότερο από το μολύβι, περισσότερο από τον χρυσό, χρειάζομαι τον ηλεκτρισμό. Τον έχω ανάγκη περισσότερο από το αρνάκι ή το χοιρινό ή το μαρούλι ή το αγγουράκι. Τον έχω ανάγκη για τα όνειρά μου. ...

... Το χρειάζομαι σήμερα. ...

... Μου αρέσει και χρειάζομαι να μάθω πολλές ξένες γλώσσες. ...

Quelle: gyiann, stefvek, glavkos


Beispielsätze nötig haben

... Tom stellte fest, dass er wohl mehr Geld nötig haben würde. ...

Quelle: raggione

Grammatik


ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ
I need
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χρειάζομαιχρειαζόμαστε
χρειάζεσαιχρειάζεστε, χρειαζόσαστε
χρειάζεταιχρειάζονται
Imper
fekt
χρειαζόμουν(α)χρειαζόμαστε, χρειαζόμασταν
χρειαζόσουν(α)χρειαζόσαστε, χρειαζόσασταν
χρειαζόταν(ε)χρειάζονταν, χρειαζόντανε, χρειαζόντουσαν
Aoristχρειάστηκαχρειαστήκαμε
χρειάστηκεςχρειαστήκατε
χρειάστηκεχρειάστηκαν, χρειαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω χρειαστείέχουμε χρειαστεί
έχεις χρειαστείέχετε χρειαστεί
έχει χρειαστείέχουν χρειαστεί
Plu
per
fect
είχα χρειαστείείχαμε χρειαστεί
είχες χρειαστείείχατε χρειαστεί
είχε χρειαστείείχαν χρειαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χρειάζομαιθα χρειαζόμαστε
θα χρειάζεσαιθα χρειάζεστε, θα χρειαζόσαστε
θα χρειάζεταιθα χρειάζονται
Fut
ur
θα χρειαστώθα χρειαστούμε
θα χρειαστείςθα χρειαστείτε
θα χρειαστείθα χρειαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χρειαστείθα έχουμε χρειαστεί
θα έχεις χρειαστείθα έχετε χρειαστεί
θα έχει χρειαστείθα έχουν χρειαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χρειάζομαινα χρειαζόμαστε
να χρειάζεσαινα χρειάζεστε, να χρειαζόσαστε
να χρειάζεταινα χρειάζονται
Aoristνα χρειαστώνα χρειαστούμε
να χρειαστείςνα χρειαστείτε
να χρειαστείνα χρειαστούν(ε)
Perfνα έχω χρειαστείνα έχουμε χρειαστεί
να έχεις χρειαστείνα έχετε χρειαστεί
να έχει χρειαστείνα έχουν χρειαστεί
Imper
ativ
Presχρειάζεστε
Aoristχρειάσουχρειαστείτε
Part
izip
Presχρειαζούμενος
Perf
InfinAoristχρειαστεί










Griechische Definition zu χρειάζομαι

χρειάζομαι [xriázome] .1β (χωρίς μππ.) : 1.θέλω κπ. ή κτ. που το θεωρώ απαραίτητο, έχω ανάγκη από κπ. ή από κτ· θέλω6: Σε χρειάζομαι, μη φεύγεις. χρειάζομαι δύο ώρες για να τελειώσω τη δουλειά. χρειάζομαι χρήματα για να ψωνίσω. Tο παιδί χρειάζεται στοργή. Tα λουλούδια χρειάζονται πότισμα. Ένα εργοστάσιο χρειάζεται εργάτες για να λειτουργήσει. || είμαι απαραίτητος, χρήσιμος: Aν δε χρειάζομαι, μπορώ να φύγω; Δε μου χρειάζεται η βοήθειά σου. Tα βιβλία αυτά δε χρειάζονται πια. (έκφρ.) αυτό μας χρειαζόταν τώρα!, όταν σε μια γενική αναταραχή παρουσιάζεται απρόβλεπτα μια δυσκολία ακό μα· ΣYN έκφρ. αυτό μας έλειπε τώρα! είναι ό,τι χρειάζεται, για κπ. ή κτ. που το(ν) θεωρούμε ιδιαίτερα κατάλληλο για κτ.: Aυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι χρειάζεται για δημόσιες σχέσεις. Ένα μπάνιο στη θάλασσα είναι ό,τι χρειάζεται σήμερα. ΦΡ τα χρειάστηκα, φοβήθηκα πολύ: Όταν έπιασε φουρτούνα, τα χρειαστήκαμε όλοι στο καράβι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χρειάζομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15